Στις πρόσφατες δισκογραφικές εκδόσεις της Φιλαρμόνιας Ορχήστρας Αθηνών ήταν αφιερωμένη η εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στην Ακαδημία Αθηνών στις 2 Απριλίου 2026 νωρίς το απόγευμα, και την οποία συνδιοργάνωσαν οι δύο θεσμοί. Παρουσιάστηκαν το πακέτο 3cd με τη Διδώ του Διονύσιου Λαυράγκα – η πρώτη φορά που μια ελληνική όπερα ηχογραφείται από ελληνική ορχήστρα! – και επιλογή συμφωνικών και άλλων έργων του ίδιου συνθέτη, και το μονό cd Συμφωνικά Έργα του Γιάννη Α. Παπαϊωάννου, και τα δύο από τη Melism Records.

Η πολλαπλώς ενδιαφέρουσα εκδήλωση φώτισε με παραδειγματικό τρόπο πώς ένα σπάνιο, σχεδόν ξεχασμένο έργο του ρεπερτορίου φτάνει από το χειρόγραφο στην πραγματοποίηση μιας λειτουργικής παρτιτούρας και εντέλει στην ηχογράφηση, ώστε να γίνει κτήμα τόσο των ειδικών, όσο και του ευρύτερου κοινού. Την εκδήλωση, που πραγματοποιήθηκε στην περίλαμπρη Ανατολική Αίθουσα του σιναίου μεγάρου, παρακολούθησαν μέλη της Ακαδημίας Αθηνών και εκπρόσωποι του μουσικού κόσμου και των μέσων ενημέρωσης.

Κατά τον υποδεκτήριο χαιρετισμό του ο αντιπρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών καθηγητής Αθανάσιος Φωκάς, πολυβραβευμένος μαθηματικός, γνωστός στο ευρύ κοινό για το βιβλίο του Μονοπάτια Κατανόησης, εξήρε τη σημασία της μουσικής για την ανθρώπινη νόηση και το πρωτοποριακό έργο της ορχήστρας. Κεφαλλήν ο ίδιος, όπως ο Λαυράγκας, κατέθεσε και το προσωπικό του βίωμα, ενθυμούμενος από την παιδική του ηλικία τον πατέρα του να τραγουδά τον Όρκο του Σπύρου Σαμάρα, αλλά και την Ψαροπούλα του Διονύσιου Λαυράγκα – χωρίς, τότε, βέβαια, να τα συσχετίζει με την ιστορία της έντεχνης μουσικής στην Ελλάδα, αλλά βιώνοντάς τα ως ζώσα παράδοση, η οποία επανασυνδέεται τώρα με την ιστορική της διάσταση ως ενσυνείδητη γνώση.
Στον Λαυράγκα ως συνθέτη αλλά και θεσμικό πρωτοπόρο, ιδρυτή του Ελληνικού Μελοδράματος (του οργανισμού από τον οποίο μετεξελίχθηκε η Εθνική Λυρική Σκηνή), αναφέρθηκε καταρχήν ο καθηγητής Νίκος Μαλιάρας. Ο πρόεδρος της ΦΟΑ υπογράμμισε ότι η προσπάθεια του Λαυράγκα για ίδρυση Ελληνικού Μελοδράματος αποτέλεσε ιδιωτική πρωτοβουλία για να καλύψει μία ανάγκη της μουσικής ζωής στην Ελλάδα, όπως σήμερα, εδώ και δέκα χρόνια, η επίσης ιδιωτική Φιλαρμόνια Ορχήστρα Αθηνών αγωνίζεται για να γνωρίσει στον κόσμο την ελληνική έντεχνη μουσική.

Ακόμα και σήμερα, είναι μικρό το μέρος του κοινού που γνωρίζει τη μουσική κληρονομιά μας, επεσήμανε ο ομιλητής. Ως τώρα, η Φιλαρμόνια έχει ερμηνεύσει πάνω από 200 ελληνικά έργα, από αυτά εκατό περίπου έχουμε ανεβάσει στο κανάλι μας στο Youtube και έχουμε εκδώσει ήδη 12 CD, ενώ έχουμε ήδη ηχογραφημένο υλικό για άλλα 5. Πρόκειται για σημαντικές ηχογραφήσεις που είναι έτοιμες για κυκλοφορία, μόλις βρεθεί η αναγκαία χρηματοδότηση.
Για να φτάσουμε όμως στην ηχογράφηση προηγείται μια μακρά επιστημονική και καλλιτεχνική εργασία. Μελετήθηκαν οι παρτιτούρες, διορθώθηκαν λάθη, δημιουργήθηκε νέο υλικό: παρτιτούρες, πάρτες, και σπαρτίτα (* στη συμφωνική μουσική και την όπερα πάρτα είναι η παρτιτούρα για το κάθε επιμέρους όργανο της ορχήστρας που χρησιμοποιεί ο μουσικός κατά την εκτέλεση του έργου, σπαρτίτο η παρτιτούρα για φωνή και πιάνο μιας όπερας ή άλλου φωνητικού έργου, με τα οποία εργάζονται πρακτικά οι τραγουδιστές, ενώ την παρτιτούρα με όλα τα όργανα και φωνές χρησιμοποιεί κατά την εκτέλεση ο αρχιμουσικός, και συμβουλεύεται ο μελετητής και ο σπουδαστής που θέλει να γνωρίσει ένα μουσικό κομμάτι).

Το χρηστικό υλικό που έχει προκύψει βρίσκεται στο αρχείο της Φιλαρμόνιας Ορχήστρας Αθηνών και σύντομα θα ξεκινήσει η εκδοτική δραστηριότητα, ώστε τα έργα να γίνουν κτήμα των μουσικών που θα ήθελαν να τα ερμηνεύσουν. Η ελληνική κλασική μουσική κρύβει αριστουργήματα, υπογράμμισε ο Νίκος Μαλιάρας, αλλά και έργα ίσως λιγότερα σημαντικά, που πρέπει όμως και αυτά να ακουστούν για να αποκτήσει το κοινό γνώμη. Τόνισε, τέλος, ότι οι περιφερειακές χώρες έχουν μεγαλύτερο καθήκον να ενισχύσουν την προσπάθεια για τη διάδοση της μουσικής τους παραγωγής σε διεθνές επίπεδο. Ο ομιλητής δεν παρέλειψε να ευχαριστήσει το Κέντρο Έρευνας και Τεκμηρίωσης του Ωδείου Αθηνών για τη συνεργασία τους στην αναβίωση του έργου.
Ο αρχιμουσικός Βύρων Φιδετζής, που ακολούθησε, έχει ταυτίσει το όνομά του εδώ και δεκαετίες με την αναζήτηση και ανάδειξη των ξεχασμένων ή και χαμένων έργων της ελληνικής μουσικής δημιουργίας – «αν δεν υπήρχε θα είχε χαθεί κομμάτι της ελληνικής μουσικής κληρονομιάς», είχε ήδη επισημάνει στο καλωσόρισμά του ο Αθανάσιος Φωκάς και σε αυτό είναι γνωστό ότι δεν υπάρχει υπερβολή. Ο καλλιτεχνικός διευθυντής της ΦΟΑ μίλησε με το γνωστό του πάθος, ανασκοπώντας επιτροχάδην τη μακρά προσωπική του πορεία προσφοράς στην ελληνική όπερα (έχοντας ερμηνεύσει 24, ηχογραφήσει 12 και ενορχηστρώσει 5 όπερες, τις οποίες επιμελήθηκε μουσικολογικά, κάνοντας συγκρίσεις χειρογράφων, και μουσικοτεχνικά, κάνοντας τις τοξοθεσίες, ορίζοντας δυναμικές. κ.α.) φτάνοντας μέχρι τη δική του βιωτική και μουσική αρχή, στη μεταπολεμική Θεσσαλονίκη.

Ανατρέχοντας στην προσωπική του μνήμη, ανέφερε ότι ήταν ελάχιστες οι περιπτώσεις που παίχτηκαν στη γενέτειρά του πλήρη έργα ελληνικής όπερας, ή αποσπάσματα έστω, κατά τα πρώτα 20 χρόνια της ζωής του. Όπως είπε: «ο μουσικός κόσμος είχε γνώση κάποιων μεμονωμένων ελληνικών μελοδραματικών έργων, αλλά όχι συνείδηση ύπαρξης ενός διαχρονικού εθνικού corpus όπερας μεταλλασσόμενου στυλ και αισθητικών αξιών». Η ευρύτερη κοινωνική επίγνωση για την ελληνική όπερα, θεμελιωμένη στη δημόσια προσβάσιμη ύπαρξη των μουσικών κειμένων, τη θεατρική πραγμάτωσή τους και τη συχνότητα επαφής και αξιολόγησής τους, συνολικά απουσίαζε.
Ευκαιριακές παραστάσεις όπως ο Μάρκος Μπότσαρης του Παύλου Καρρέρ στη μεσοπολεμική περίοδο δεν κάλυπταν το κενό, ούτε άλλωστε και οι ιστορίες της μουσικής, συνήθως μεταφράσεις διεθνών εγχειριδίων με κάποιο επίμετρο του μεταφραστή για την Ελλάδα, στο οποίο ο συντάκτης ανέφερε απλώς την ύπαρξη συνθετών και έργων, συχνά συγκεχυμένα. Ήταν η συνειδητοποίηση αυτού του κενού που τον οδήγησε στην αναζήτηση της ελληνικής μουσικής, ξεκινώντας από τον Λαυράγκα, τον οποίο γνώριζε ως μουσικός επειδή τη δεκαετία του 1950 η Ελληνική Σουίτα, και ιδίως το τρίτο μέρος, ο Χωριάτικος Χορός, αποτελούσε τμήμα του ρεπερτορίου της τότε Συμφωνικής Ορχήστρας Θεσσαλονἰκης, και ο ίδιος την επόμενη δεκαετία είχε την ευκαιρία να το διευθύνει στο ξεκίνημα της μαεστρικής του σταδιοδρομίας. Τη δεκαετία του 1980 γνώρισε την κόρη του Λαυράγκα Διδώ, τον συνεργάτη του Λαυράγκα, αρχιμουσικό Τότη Καραλίβανο, και τον πρώτο βιογράφο του συνθέτη Γιώργο Ραυτόπουλο, ξεκινώντας από αυτούς τη σταδιακή αναβίωση έργων, μέχρι την πρώτη παρουσίαση της όπερας Φρόσω, στις στ΄ Ελληνικές Μουσικές Γιορτές το 2010.
Κλείνοντας αναφέρθηκε στις προκλήσεις που έθεσε ειδικά η παρτιτούρα της Διδούς και σε ποιες επιλογές τον οδήγησε η αντιπαραβολή του μουσικού υλικού, ευχαριστώντας όλους τους συνεργάτες, ιδίως την αντιγραφέα κυρία Λουίζα Αντύπα, και κυρίως τον αντιπρόεδρο της Ακαδημίας Αθηνών καθηγητή Αθανάσιο Φωκά για τη βοήθειά του στην πραγματοποίηση της ηχογράφησης. Αναφερόμενος στο συμφωνικό έργο του Γιάννη Παπαιωάννου, είπε ότι Ο Βασίλης ο Αρβανίτης (το ένα από τα έργα της ηχογράφησης) θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ελληνική Σεχραζάντ.

Εθνικό έργο χαρακτήρισε την δρἀση της ΦΟΑ η Εφορος του Κέντρου Έρευνας και Τεκμηρίωσης του Ωδείου Αθηνών (ΚΕΤΩΑ) Στέλλα Κουρμπανά. Το ΚΕΤΩΑ συνδέεται με διττό τρόπο με τα δύο πρόσφατα ηχογραφήματα. Η εγγονή του Λαυράγκα, Φρόσω Μπεκατώρου (ας επισημάνουμε για όποιον δεν το παρατήρησε ήδη ότι η κόρη και η εγγονή του συνθέτη ονομάστηκαν από τις πρωταγωνιστικές γυναικείες μορφές των μελοδραμάτων του) εμπιστεύτηκε στο ΚΕΤΩΑ το αρχείο του συνθέτη, μια διαδικασία που είχε ξεκινήσει από την εποχή του ιδρυτή του, συνθέτη και ιστορικού της ελληνικής μουσικής Χάρη Ξανθουδάκη, ο οποίος υπήρξε μαθητής του Γιάννη Α. Παπαϊωάννου. Όπως επίσης φαίνεται από τα σωζόμενα αρχεία στο ΚΕΤΩΑ, ο Λαυράγκας δίδαξε στο Ωδείο, για το οποίο έγραψε και διδακτικά εγχειρίδια, και σε αυτό πρωτοπαίχτηκαν έργα του όπως η περίφημη Ελληνική Σουίτα, ιδρυτικό έργο της ελληνικής εθνικής σχολής, το 1905.
Είναι σημαντικό τα αρχεία να βρίσκονται σε έναν θεσμό που να μπορεί να τα προσεγγίσει το κοινό, αλλά και οι μελετητές, τόνισε η ομιλήτρια, ως βάση για την περαιτέρω αξιοποίησή τους, η οποία επίσης απαιτεί σημαντική εργασία. Είναι αδιανόητος ο πλοὐτος των έργων στα αρχεία, πρόσθεσε, αλλά αν δεν εκδοθούν, δεν υπάρχει τρόπος να παιχτούν και να γίνουν γνωστά, όπως τώρα συμβαίνει με τη Διδώ. Για το έργο επεσήμανε ότι το λιμπρέτο του Πολύβιου Δημητρακόπουλου αλλά και οι σκηνικές και μουσικές απαιτήσεις του Λαυράγκα την προσεγγίζουν ειδολογικά σε ελληνικό ανάλογο της γαλλικής Grand Opera. Έκλεισε τέλος αναφέροντας ότι στο Ρίο ντε Τζανέιρο της Βραζιλίας υπάρχει Λεωφόρος Λαυράγκα, διότι οι υπεύθυνοι της πόλης θέλησαν να τιμήσουν συνθέτες από όλο τον κόσμο, και έθεσε ρητορικά το ερώτημα, πού βρίσκεται η αντίστοιχη Λεωφόρος Λαυράγκα στην Αθήνα.

H συμβολή του μουσικού παραγωγού στο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα μιας ηχογράφησης ήταν το θέμα του Νικόλαου Σαμαλτάνου. Ανατρέχοντας στο ρόλο του παραγωγού στη χρυσή εποχή 1950-1970 της δισκογραφίας, υπενθύμισε ότι η ηχογράφηση δεν είναι μια τεχνική, αλλά μία καλλιτεχνική δραστηριότητα, που προκύπτει από τη συνεργασία ερμηνευτή και παραγωγού. Τα παραδείγματα των Walter Legge και André Charvin παραμένουν σημαντικά.
Η πρόκληση γίνεται μεγαλύτερη σε ένα έργο που δεν έχει παρουσιαστεί προηγουμένως στο κοινό, ή τουλάχιστον δεν το έχει παίξει προηγουμένως ο ερμηνευτής. Αυτό συμβαίνει αναγκαστικά στην περίπτωση σπάνιων έργων. «Πώς θα μπορέσει όμως η ηχογράφηση ενός άγνωστου έργου να παραμείνει διαχρονική;» ρώτησε, και πιστεύω όλοι μπορούμε να φέρουμε στον νου πρώτες ηχογραφήσεις που σήμερα χαρακτηρίζονται από ευγένεια μόνο «ιστορικές», καθώς η ερμηνευτική παράδοση του έργου άρχισε να χτίζεται κατόπιν. Εκεί, εξήγησε ο ομιλητής, πρέπει οι ερμηνευτές ταυτόχρονα να μείνουν απολύτως πιστοί στο γράμμα του έργου, αλλά και ταυτόχρονα να φανταστούν πώς θα μπορούσε να είχε εξελιχθεί η ερμηνεία του έργου μέσα στον χρόνο.

Η εμπειρία του από τέτοιες περιπτώσεις ξεκίνησε ως πιανίστας, όταν ηχογράφησε τις 16 Ινβεντσιόνες του Δημήτρη Μητρόπουλου για φωνή και πιάνο με την Αγγελική Καθαρίου αλλά και τα 32 έργα για πιάνο του Νίκου Σκαλκώτα – μετά από προετοιμασία 10 ετών!, για την τότε BIS, σε πρώτη παγκόσμια καταγραφή, όπου για να εξασφαλίσει το καλύτερο αποτέλεσμα ανέλαβε διπλό ρόλο, ερμηνευτή και παραγωγού. Αυτό ήταν που τον οδήγησε στη νέα αυτή δραστηριότητα. Τελικά ίδρυσε την δική του ετικέτα Melism για να ικανοποιήσει το καλλιτεχνικό αυτό ιδανικό σύμφωνα με τα δικά του υψηλά πρότυπα.
Τελευταίος ομιλητής, ο Σταύρος Μπερής, διευθυντής της Χορωδίας του Δήμου Αθηναίων που συμμετείχε μαζί με την ΦΟΑ στην ηχογράφηση της Διδούς. Κάνοντας μια πολύ συνοπτική ανασκόπηση στα ελληνικά έργα που έχει ερμηνεύσει η χορωδία ιδίως στο Ολύμπια Μουσικό Δημοτικό Θέατρο Μαρία Κάλλας, έκλεισε με την πρόταση κάθε χρόνο να ανεβαίνει ένα έργο ελληνικής όπερας σε πλήρη σκηνική παρουσίαση.

Συνοψίζοντας την εκδήλωση, ο συντονιστής, μουσικός κριτικός και δημοσιογράφος Δημήτρης Κιουσόπουλος, επεσήμανε ότι μέσα από τις ομιλίες αναδείχθηκαν οι πολλές και διαφορετικές δράσεις που χρειάζεται για να γίνει μια ηχογράφηση ή να παρουσιαστεί ένα άγνωστο έργο. Ειδικά η ομιλία του Βύρωνα Φιδετζή μάς θύμισε μια όχι πολύ μακρινή εποχή, κατά την οποία τα ονόματα των συνθετών που συγκρότησαν το corpus της εθνικής όπερας ήταν πράγματι υποσημειώσεις στις ιστορίες της μουσικής και όποιος ήθελε να ακούσει έβρισκε μόνο διάσπαρτα ψήγματα από ηχογραφήσεις ή από επετειακές εκδηλώσεις.

Σήμερα, χάρις στην άοκνη η προσπάθεια πάρα πολλών ανθρώπων, ορισμένοι από τους οποίους ήταν οι ομιλητές της εκδήλωσης, αυτά τα έργα είναι πολύ πιο προσβάσιμα και σταδιακά γίνονται κτήμα ενός ευρύτερου κοινού. Το επόμενο βήμα που μένει να κατακτηθεί είναι να γίνουν κτήμα όχι μόνο του ελληνικού αλλά και του διεθνούς κοινού, να ενταχθούν δηλαδή σε αυτό που λέμε διεθνές ρεπερτόριο.
Η ημερίδα έκλεισε μουσικά με τη συμμετοχή της σοπράνο Σοφίας Κυανίδου (Διδώ) και του τενόρου Φίλιππου Μοδινού (Αινείας), οι οποίοι με τη συνοδεία του Δημήτρη Γιάκα στο πιάνο ερμήνευσαν αποσπάσματα από την όπερα Διδώ. Συγκεκριμένα ακούσαμε από την Δ΄ πράξη τον Μονόλογο της Διδούς, από την Α΄ πράξη τον Μονόλογο του Αινεία, και το Ντουέτο Αινεία και Διδούς. Οι ερμηνείες τους ζωντάνεψαν με απόλυτη γνώση και έκφραση την απαιτητική παρτιτούρα του Λαυράγκα, καθώς και οι δύο λυρικοί καλλιτέχνες ερμήνευσαν αυτούς τους ρόλους στην ηχογράφηση, ενώ ο Δημήτρης Γιάκας είχε αναλάβει συνολικά τη μουσική προετοιμασία των τραγουδιστών.
Η εκδήλωση ολοκληρώθηκε γύρω από ένα ποτήρι κρασί, χορηγία από το οινοποιείο Gentilini Winery & Vineyards από την Κεφαλλονιά, πατρίδα του Διονύσιου Λαυράγκα.

