Υπάρχουν φεστιβαλικά φεστιβάλ; Στην εποχή που οι μετακινήσεις γίνονται όλο και ευκολότερες και οι συναυλίες πολλαπλασιάζονται με βραδιές που μοιάζουν όλο και πιο πολύ μεταξύ τους, το φεστιβάλ που επιδιώκει την ακτινοβολία πέρα από το τοπικό του ακροατήριο δεν αρκεί να προσκαλεί επώνυμους καλλιτέχνες· πρέπει να συνδυάζει ένα ευρηματικό πρόγραμμα με την ιδιαιτερότητα του τόπου διεξαγωγής. Και για αυτόν ακριβώς τον λόγο ήταν μια πραγματικά φεστιβαλική βραδιά αυτή που δόθηκε στο Εκκλησιαστήριο της Αρχαίας Μεσσήνης από τις Διεθνείς Μουσικές Ημέρες Καλαμάτας την προκαταληκτική ημέρα του φετινού ημερολογιακού θέρους.

Στο κέντρο του προγραμματισμού βρισκόταν ο διεθνούς φήμης τσελίστας Jean-Guihen Queyras, γνωστός για τις ερμηνείες των έργων του Johann Sebastian Bach αλλά και του σύγχρονου ρεπερτορίου. Αυτές οι δύο διαστάσεις της δράσης του καθόρισαν και το περιεχόμενο της βραδιάς, που ξεκίνησε με τη Σουίτα για σόλο βιολοντσέλο αρ.2 σε ρε ελάσσονα BWV 1008. Μεγάλη ήταν η περιέργεια για την ακουστική του μικρού λίθινου, και υπαίθριου πλέον θεάτρου.
Ο ήχος του βιολοντσέλου ακούστηκε με τρομακτική αμεσότητα, σαν να ακούγαμε τον ήχο κατευθείαν από τις χορδές του οργάνου. Με απόλυτη τεχνική ασφάλεια ο Queyras εκμεταλλεύτηκε αυτή τη συνθήκη για να μας μεταφέρει ένα βαθύ αίσθημα εσωτερικότητας, και η ερμηνεία του, με τον πλούτο των εκλεπτυσμένων φωτοσκιάσεών της και τα γήινα ηχοχρώματα του βιολοντσέλου, συχνά έφερνε στον νου τον ήχο της βιόλα ντα γκάμπα του γαλλικού “κλασικού” 17ου αιώνα.
Κάνοντας ένα μικρό άλμα δυόμιση αιώνων, αλλά ακόμα μεγαλύτερο από άποψης ύφους, ο Queyras με τη σοπράνο Ema Nikolovska ερμήνευσαν το Jing για φωνή και τσέλο, ένα σχετικά πρώιμο τραγούδι (1979) της Kaija Saariaho σε κινέζικη ποίηση μεταφρασμένη στα φιλλανδικά – ένα έργο σύγχρονης μουσικής με μεγάλες δεξιοτεχνικές απαιτήσεις και για τους δύο ερμηνευτές, οι οποίοι βρέθηκαν σε μια πλήρη ώσμωση, καθώς η φωνή της Nikolovska αγκάλιαζε τον ήχο του τσέλο και ταυτόχρονα όλο το Εκκλησιαστήριο. Στη Σονάτα για βιολί και τσέλο του Maurice Ravel ο Queyras συνέπραξε για πρώτη φορά με τον χαρισματικό Ηλία Ιόνιαν Καντέσα σε μια ερμηνεία μεγάλης εκφραστικής έντασης, στηριγμένης στην αντίθεση μουσικού χαρακτήρα των δύο ερμηνευτών.

Η όμορφη αυτή βραδιά ολοκληρώθηκε με το σύνολο οκτώ βιολοντσέλων από το μάστερκλας του Queyras και τον ίδιο επικεφαλής, που μαζί με τη Nikolovska ερμήνευσαν την περίφημη Aria και Cantilena της Bachiana Brasileira αρ.5 του Heitor Villa-Lobos – επιστρέφοντας έτσι και στον μεγάλο μπαρόκ συνθέτη ως διαχρονική πηγή έμπνευσης.
Καθώς είχα αργότερα την ευκαιρία να συζητήσω με τη Nikolovska και τον συνοδό πιανίστα της Cole Knutson την εμπειρία της ξηρής ακουστικής των αρχαίων θεάτρων, ο Καναδός μου είπε εύστοχα: αισθάνεσαι εντελώς γυμνός – αυτό όμως σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί και να σου αρέσει. Ο ίδιος δεν έπαιξε εκείνη την ημέρα, αλλά είχε ενεργή συμμετοχή ως συνοδός πιανίστας στο μάστερκλας λυρικού τραγουδιού που δόθηκε στο πλαίσιο του φεστιβάλ. Παρακολούθησα ένα μάθημα τη Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου, στο ωραίο νεοκλασικό κτίριο του Δημοτικού Ωδείου πίσω από την εκκλησία της Υπαπαντής.
Η Nikolovska δεν επικεντρώθηκε στα αμιγώς τεχνικά ζητήματα, αλλά τη συγκεκριμένη συνεδρία το περιεχόμενο της διδασκαλίας της αφορούσε αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε την αφιδρυματοποίηση ή την απωδειοποίηση του τραγουδιστή.

Η οδηγία της Nikolovska ήταν να ζητάει από κάθε συμμετέχοντα – συμμετέχουσα μάλλον – να τραγουδήσει ένα αγαπημένο της τραγούδι στη μητρική της γλώσσα και στη συνέχεια να το συνδυάσει με την άρια ή το τραγούδι που είχε επιλέξει, συχνά ακόμα και να ανταλλάξει τα λόγια της άριας και της μουσικής με τους στίχους του τραγουδιού και μερικές φορές να ξαναγράψει τους στίχους της άριας σε πιο απλή καθημερινή γλώσσα. Μία επικοινωνιακή προσέγγιση, αφού το λυρικό θέατρο είναι αυτό που λέει το όνομά του – θέατρο, και όχι απλά κάποιοι παλιοί στίχοι πατημένοι πάνω σε μία ωραία μελωδία.
Το μάστερκλας βιολοντσέλου από τον Queyras αντίθετα το έζησα μόνο δια του αποτελέσματος, από την ωραία συναυλία το βράδυ της Παρασκευής 30 Αυγούστου, στην μικρή αίθουσα, Εναλλακτική Σκηνή του Μεγάρου Χορού Καλαμάτας. Ήταν μία αξιόλογη καλλιτεχνική εμπειρία και το μόνο που την ξεχώριζε από μία κανονική συναυλία ήταν ότι ο αριθμός των συμμετεχόντων ανάγκαζε τους περισσότερους να παίξουν επιλογή από έργο και όχι ολόκληρο. Συμμετείχαν έξι μουσικοί με σειρά εμφανίσεως: Christy Choi, Ramiro Carbone, David Rebull, William Chen, Noah Lee, και Lyana Ulikhanyan.
Η τελευταία, αν και νεότερη, έκλεψε τις εντυπώσεις, με τη δεξιοτεχνία και την ωριμότητά της. Η δεκατριάχρονη έπαιξε πρώτα τη σονάτα του Paul Hindemith και έπειτα μία σύνθεση του πατέρα της, Martin Ulikhanyan, διακεκριμένου συνθέτη της Αρμενίας, τον χορό Berd που έγραψε ειδικά για αυτήν. Berd σημαίνει τείχος και θυμίζει κάπως τους δικούς μας ποντιακούς χορούς. Έτσι είχαμε και παγκόσμια πρεμιέρα σε συναυλία μάστερκλας. Αν συνεχίσει έτσι η δεκατριάχρονη σίγουρα θα κάνει να μιλάνε για αυτήν και τον πατέρα της ακόμα πιο γνωστό. Το έργο και ολόκληρη τη βραδιά συνόδεψε ακούραστα η πιανίστα Αποστολία Αναστασίου, εξαιρετική μουσικός και προσεκτική συνοδός.

Φέτος για πρώτη χρονιά πραγματοποιήθηκε και διαγωνισμός – κέρδισε το δίδυμο φωνή ερμηνείας ληντ Maryam Jalalikandy και Παύλος Μαστρογιάννης. Την Ιρανή τραγουδίστρια που σπουδάζει στη Στουτγάρδη, όπως και ο πιανίστας, είχα ακούσει πέρσι στο Διεθνές Εργοτάξιο Όπερας του Βάιμπλιγκεν και ήταν όντως αξιοπρόσεκτη. Λυπήθηκα που δεν άκουσα το διαγωνιστικό της πρόγραμμα στον τελικό (27 Αυγούστου 2025, Μέγαρο Χορού, Εναλλακτική Σκηνή), όπου είχαν την ευχέρεια να ερμηνεύσουν έξι τραγούδια του ρεπερτορίου (ενώ τα όργανα αποσπάσματα έργων). Την κριτική επιτροπή αποτελούσαν οι Felix Froschhammer (βιολί), Vashti Hunter (βιολοντσέλο), και ο Καλαματιανός βαρύτονος Δημήτρης Πλατανιάς. Ανθυποψήφιοι στον τελικό ήταν ο Elie Hackel (βιολί) και ο Noah Lee (τσέλο).
Εξόχως φεστιβαλική ήταν και η βραδιά και της Κυριακής (31 Αυγούστου) με τον τσελίστα Hugo Rannou και τον μουσικό κρουστών Emil Kuyumcuyan. Ο προγραμματισμός είχε μια νοερή αντήχηση από τη συναυλία της προηγούμενης ημέρας, καθώς το πρόγραμμα είχε και εδώ μια σουίτα του Bach – η δεύτερη σουίτα για λαούτο σε μι ελάσσονα σε μεταγραφή για τσέλο και κρουστά, που εδώ αναδείκνυαν – ιδίως η μαρίμπα – τη μελωδική τους διάσταση – και το υπόλοιπο ήταν αφιερωμένο στη σύγχρονή μουσική, μεταξύ άλλων με μία σύνθεση του ίδιου του Rannou, το Sprich meinem Namen aus (Πρόφερε το όνομά μου, 2018) το οποίο δόθηκε σε παγκόσμια πρώτη εκτέλεση. Επίσης το Riff (augmented) του Bastien David (2019), το Louxor j’ adore του Philippe Katerine (2005), και δύο μεταγραφές δύο πολύ δημοφιλών τραγουδιών, La valse à mille temps του Jacques Brel και Griechischer Wein του Udo Jürgens.

Emil Kuyumcuyan, Hugo Rannou
Εδώ απολαύσαμε τη νέα μουσική ως πεδίο πειραματισμού, έκφρασης και δημιουργικής ελευθερίας. Ένα συνεκτικό πρόγραμμα πάρα πολύ καλά δουλεμένο και με εκπληκτικά καλά αφομοιωμένες τις “εκτεταμένες τεχνικές” πολλών οργάνων, στα οποία περιλαμβάνονταν και οι ίδιοι οι ερμηνευτές. Αυτό είναι κάπως πιο εντυπωσιακό από ό,τι ακούγεται ή φαίνεται σε πρώτη εντύπωση: το να έχεις δύο ανθρώπους να λένε σε απόλυτο συγχρονισμό wawa δεν είναι τόσο απλό όσο ίσως θα μπορούσε κάποιους.
Τόσο η καλλιτεχνική αρτιότητα, όσο και το πραγματικό αίσθημα καλλιτεχνικής ελευθερίας και απόλαυσης που αυτή εμπνέει στους ερμηνευτές ήταν κυρίαρχες και μεταδοτικές στο κοινό, με αποτέλεσμα όλοι μαζί να ζήσουμε μία πολύ ευχάριστη εμπειρία σύγχρονης μουσικής.
Να σημειώσουμε εδώ ότι αυτή η πειραματική βραδιά ήταν από αυτές με εισιτήριο, πράγμα που δεν εμπόδισε καθόλου τους τολμηρούς ακροατές κάθε ηλικίας να γεμίσουν τη μικρή αίθουσα. Ήταν ένα κοινό με καλλιτεχνική περιέργεια που έμεινε ως το τέλος και παρακολούθησε συγκεντρωμένο και ενθουσιασμένο, κάτι που δείχνει μία πραγματικά μουσική πόλη. Άλλωστε δεν ήταν η πρώτη φορά που παρακολούθησα συναυλία στην Καλαμάτα, η οποία διαθέτει μουσικό ακροατήριο, ικανό να εκτιμήσει τη δουλειά που κάνει η ομάδα που ίδρυσε και διευθύνει τις Διεθνείς Μουσικές Ημέρες Καλαμάτας: Στάθης Γυφτάκης, Indira Rahmatulla, Δημήτρης Λάμπος.

