classicalmusic.gr

Η κλασική μουσική στην Ελλάδα!

Δημήτρης Κιουσόπουλος

Δημοσιογράφος, Μουσικός Κριτικός

Ο Δημήτρης Κιουσόπουλος είναι μουσικός κριτικός και δημοσιογράφος. Σπούδασε ιστορία, αρχαιολογία, και κλασικές σπουδές στα Πανεπιστήμια Αθηνών και Εδιμβούργου και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές ιστορίας με έμφαση στην κοινωνική ιστορία της μουσικής και της όπερας στην École des Hautes Etudes en Sciences Sociales, Παρίσι, το Berliner Kolleg für Vergleichende Geschichte Europas (BKVGE Freie Universität / Humboldt-Universität) Βερολίνο, και το Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο, Φλωρεντία.

Δημήτρης Μαραμής: ο συνθέτης της ελληνικής Τετραλογίας ξανα-συστήνεται

Δημήτρης Κιουσόπουλος

Δημοσιογράφος, Μουσικός Κριτικός

Ο Δημήτρης Μαραμής το 2017 ταρακούνησε το μουσικοθεατρικό στερέωμα όταν εγκαινίασε την Εναλλακτική Σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής με το ελληνικό μιούζικαλ Ερωτόκριτος, μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της, που σύντομα μεταφέρθηκε στη σκηνή του Ηρωδείου. Ακολούθησαν το 2019 στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών η μουσικοθεατρική τριλογία Στοιχειωμένοι (Το Γιοφύρι της Άρτας, Το Τραγούδι Του Νεκρού Αδελφού και Το Στοιχειό της Χάρμαινας), και τη διετία 2021-2023 στην Κρήτη οι όπερές Καπετάν Μιχάλης και Ελευθέριος Βενιζέλος. Η δεύτερη έκανε πρεμιέρα στο Πολιτιστικό Συνεδριακό Κέντρο Ηρακλείου.
Δημήτρης Μαραμής

Σχεδόν δέκα χρόνια μετά, ο Δημήτρης Μαραμής επιλέγει τις σημαντικότερες μουσικές στιγμές από τα τέσσερα μουσικοθεατρικά του έργα για μία συναυλία με τον εύγλωττο τίτλο «ΤΕΤΡΑΛΟΓΙΑ» σε παραγωγή του Συλλόγου Οι Φίλοι της Μουσικής, στη μνήμη των Άρη και Λίλιαν Βουδούρη. Συμμετέχει πλειάδα διακεκριμένων σολίστ: οι χορωδίες Musica Φίλων της Μουσικής, Νεανική Χορωδία Λεοντείου Σχολής Νέας Σμύρνης, χορωδίες από τη Στερεά Ελλάδα, και η Φιλαρμόνια Ορχήστρα Αθηνών, σε μουσική διεύθυνση Νίκου Μαλιάρα.
Ενόψει της πολυαναμενόμενης συναυλίας, μιλήσαμε με τον συνθέτη για τις πηγές της μουσικής του έμπνευσης και για τα έργα που θα παρουσιάσει.

Ποια ήταν τα πρώτα σας μουσικά ερεθίσματα; Πότε αποφασίσατε να γίνετε συνθέτης και πότε αρχίσατε να γράφετε μουσική;

Όλα ξεκινούν από την αληθινή μου πατρίδα, την παιδική ηλικία. Η παιδική μου ηλικία είχε ένα μικρό κρησφύγετο παράδεισο που αποτελούνταν από σκόρπιους δίσκους βινυλίου με μουσική των Μπαχ, Μπετόβεν και Βάγκνερ, κι ένα παλιό γερμανικό πιάνο C. Bechstein σε ένα μικρό επαρχιακό χωριό. Δεν ξέρω πως είχε διεισδύσει τόση Γερμανία στην ψυχή ενός παιδιού του δημοτικού σχολείου μέσα σε ένα μικρό επαρχιακό χωριό, ωστόσο ήταν αρκετό για να λάβω την απόφαση τότε να αφοσιωθώ στην μουσική.

Ασχοληθήκατε για πολλά χρόνια με τη μουσική για το θέατρο. Αυτό ήρθε τυχαία ή ήταν επιλογή;

Καθόλου τυχαία. Ανήκω στους θεατρικούς συνθέτες. Η μουσική μου, είτε γράφω ένα τραγούδι, είτε ορχηστρική μουσική, είτε μουσικό θέατρο, χαρακτηρίζεται θεατρική. Τι σημαίνει θεατρική μουσική; Πως από τις πρώτες νότες δημιουργεί μία συγκεκριμένη ατμόσφαιρα και δεν περιμένει να χτίσει ένα συμφωνικό σύμπαν που απαιτεί χρόνο. Η θεατρική μουσική είναι πιο ελεύθερη στο να δημιουργεί έντονες ανατροπές κι εκπλήξεις. Έχει μία διαφορετική ζωντάνια από τη συμφωνική. Ακολουθεί μία δραματουργική λογική, και όχι μία εγκεφαλική εξελικτική δόμηση φόρμας και μόνο.

Αφότου γράψατε την πολύ επιτυχημένη μουσική για τη θεατρική παράσταση του Ερωτόκριτου του Βιντσέτζου Κορνάρου, σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού το 2011, αποφασίσατε να την εξελίξετε σε «ελληνικό μιούζικαλ» – και έτσι γράψατε το πρώτο σας έργο μουσικού θεάτρου. Πώς πήρατε αυτη την απόφαση;

Όταν συνεργαζόμουν με το Στάθη Λιβαθινό στο θέατρο Ακροπόλ για το ανέβασμα του θεατρικού Ερωτόκριτου, με τους εξαιρετικούς ηθοποιούς Δημήτρη Ήμελλο, Μαρία Ναυπλιώτου, Νεφέλη Κουρή, Μελέτη Ηλία κι άλλους σπουδαίους της ομάδας του Λιβαθινού τότε, την ίδια περίοδο αναζητούσα θέμα αλλά και τρόπο για να γράψω το πρώτο μου μιούζικαλ. Κι ενώ έψαχνα τη θεματολογία μέσα από τη λογοτεχνία, μου είχε χτυπήσει την πόρτα το θέμα μου, που δεν ήταν άλλο από τον Ερωτόκριτο, αλλά δεν το είχα αντιληφθεί. Φυσιολογικό βέβαια, καθώς τότε έγραφα τη θεατρική μουσική για το έργο σε ένα τελείως διαφορετικό πλαίσιο. Το κατάλαβα πως κάτι είχε συμβεί με αυτό το έργο και με τη μουσική που του είχα γράψει, όταν σε μία συναυλία μου, παρουσίασα ένα τραγούδι από τον θεατρικό Ερωτόκριτο. Μετά το τραγούδι αυτό, το κοινό δε σταματούσε να χειροκροτεί. Τότε ακολούθησε κι άλλη συναυλία μου, όπου παρουσίασα περισσότερα τραγούδια από την παράσταση, και διαπίστωσα και πάλι τη θερμότατη υποδοχή του κοινού. Έτσι αποφάσισα να βυθιστώ μέσα στην ποιητική μυθιστορία του Κορνάρου και να ξεκινήσω να γράφω το μιούζικαλ πλέον. Το οποίο όμως είχε οπερατικές διαστάσεις και καμία σχέση με αυτό που ονομάζουν μιούζικαλ στην Ελλάδα, ή το αγγλικό ή αμερικάνικο. Ο Ερωτόκριτός μου, είναι ένα εκτενές έργο, το οποίο δεν διαθέτει καθόλου πρόζα, αλλά είναι συνεχής η ροή της μουσικής. Όπως και σε όλα μου τα μουσικοθεατρικά έργα.

Αυτό μάλιστα έγινε σε μια στιγμή που θα μπορούσε ίσως να τη χαρακτηρίσετε και ηλικιακή  ωριμότητα. Πόσο μεγάλη σας φάνηκε η απόφαση του να γράψετε ένα έργο μουσικού θεάτρου – ουσιαστικά μια όπερα; Γιατί δεν την πήρατε νωρίτερα;

Κάθε πράγμα στον καιρό του. Η αλήθεια είναι πως τα προηγούμενα χρόνια, είχα αφιερώσει χρόνο και εργασία πάνω στην τραγουδοποιία, έχοντας γράψει κύκλους τραγουδιών. Η σύνθεση του Ερωτόκριτου, ήρθε σε μία στιγμή της ζωής μου όπου η ανάγκη για μεγαλύτερη φόρμα και για ένα δημιουργικό ξέσπασμα αν θέλετε, ήταν επιτακτική. Ήταν σαν μία σανίδα σωτηρίας η γέννηση αυτού του έργου, από μία εσωτερική απόγνωση. Ήταν καθαρά εσωτερική, πνευματική ανάγκη. Ωστόσο, ακόμα κι από μαθητής ωδείου και σχολείου, είχα στο μυαλό μου το μουσικό θέατρο και αυτοσχεδίαζα στο πιάνο σκηνές μέσα από κείμενα. Διάβαζα Όμηρο; ήθελα να το κάνω όπερα. Διάβαζα Καραγάτση; ήθελα να το κάνω όπερα. Διάβαζα Παπαδιαμάντη; ήθελα να το κάνω όπερα.

Αμφιταλλαντεύστε μεταξύ διαφορετικών μορφών μουσικού θεάτρου – όπερα και μιούζικαλ; Το γεγονός ότι στα έργα συνυπάρχουν λυρικοί και μη τραγουδιστές δείχνει ότι θέλετε να βρίσκεστε ταυτόχρονα στους δύο κόσμους;

Σίγουρα δεν αμφιταλλαντεύομαι καθώς κάθε έργο μου έχει καθαρή ταυτότητα και οι επιλογές των συστατικών του είναι αποτέλεσμα ξεκάθαρων προθέσεων του τι θέλω να επιτύχω. Η μουσική μου θέλω να κατεβαίνει από τη σκηνή στον ακροατή. Δεν γράφω για θεωρητικούς μουσικολόγους ή για τους καθηγητές μου στη σύνθεση, αλλά για απλούς ακροατές. Γράφω για μουσικούς που θα χαρούν να παίξουν την μουσική μου, και που τεχνικά θα πρέπει να είναι ορθά φτιαγμένη. Για τραγουδιστές που θα μπορούν να τραγουδήσουν τη μουσική μου ακόμα και prima vista. Eπιθυμώ οι λέξεις να είναι κατανοητές και όχι να χάνονται μέσα σε μουσικούς ακροβατισμούς. Διαφορετικά δεν χρειάζονται λέξεις στη μουσική. Αυτός είναι ένας λόγος που κάνω μίξη φωνών· για να είναι κατανοητός ο λόγος.

Κάποιες φορές – όχι πάντα – επιλέγω φωνές που βοηθούν στο να γίνεται πιο προσιτή η μουσική μου σε ένα αμύητο κοινό. Συν τοις άλλοις, αυτό είναι κι εκπαιδευτικό. Επίσης η επιλογή φωνών υπηρετεί συγκεκριμένους χαρακτήρες μέσα σε ένα έργο. Ήταν φυσικό στον Καπετάν Μιχάλη να ζητήσω να έχω για τον χαρακτήρα της Εμινέ μία τραγουδίστρια που δεν είναι σοπράνο κολορατούρα, αλλά που θα μπορούσε να τραγουδήσει έως και αμανέ.

Τώρα που παρουσιάζονται επιλογές από τα τέσσερα έργα μαζί, βλέπετε περισσότερο τι είναι κοινό, ή το πόσο διαφορετική είναι η μουσική γλώσα του κάθε έργου;

Ως δημιουργός χαράζω μία συγκεκριμένη πορεία στη θεματολογία μου. Ο Κωσταντής του δημοτικού τραγουδιού, διαδέχεται τον Ερωτόκριτο του Κορνάρου, ο Καπετάν Μιχάλης του Καζαντζάκη διαδέχεται τους δύο προηγούμενους και ο Ελευθέριος Βενιζέλος της ελληνικής ιστορίας, διαδέχεται τον Καπετάν Μιχάλη μιας μυθοπλασίας, βασισμένης σε αληθινά γεγονότα και πραγματικούς χαρακτήρες. Και οι τέσσερις ήρωες, φανταστικοί και πραγματικοί, είναι κυνηγοί του ονείρου τους, του πόθου τους, του οράματός τους, της ελευθερίας τους. Η απόλυτα κοινή συνισταμένη τους είναι η «ελευθερία της βούλησης και των επιλογών τους». Μουσικά έχουν διαφορές τα τέσσερα έργα και το καθένα πιστεύω πως καταφέρνει να διεκδικεί τη δική του μουσική ταυτότητα. Και τα τέσσερα ακολουθούν οπερετική δομή. Και τα τέσσερα αναπτύσσονται πάνω σε δραματουργικές κλιμακώσεις. Ο Ερωτόκριτος παντρεύει παραδοσιακούς δρόμους με στοιχεία της τζαζ μουσικής πάνω στη βάση της πεντατονικής κλίμακας, οι Στοιχειωμένοι έχουν άρωμα βαλκανικής μουσικής, ο Καπετάν Μιχάλης αξιοποιεί λαϊκούς δρόμους αλλά πλησιάζει ακόμα περισσότερο την όπερα και ο Βενιζέλος είναι μία αμιγώς ελληνική όπερα και ίσως η πρώτη τόσο ξεκάθαρα ελληνική ιστορική όπερα.

Πώς γράφετε; Εγκεφαλικά, με πρόγραμμα, ή αφήνεστε κυρίως στην έμπνευση;

Τα πάντα όπως και να τα ονομάσουμε με περισσότερο ή λιγότερο ρομαντική διάθεση, επί της ουσίας είναι εργασίες του εγκεφάλου. Η έμπνευση, η πνοή μέσα σου, είναι το στοιχείο που δημιουργεί μία μεγαλύτερη δόνηση και καταφέρνει να σε οδηγήσει στη δημιουργία σε κάτι περισσότερο πρωτόγνωρο, πρωτότυπο, πρωτάκουστο. Είναι πολύ σπουδαίο πράγμα η έμπνευση, αλλά όχι πάντα ό,τι πιο απαραίτητο για να δημιουργήσεις.

Πώς ενσωματώνετε διαφορετικές μουσικές παραδόσεις στη δουλειά σας; Στον Ερωτόκριτο είναι φανερή η χρήση της κρητικής μουσικής, στον Βενιζέλο έχετε αξιοποιήσει λαϊκά τραγούδια, όπως της Αμύνης τα Παιδιά.

Είναι πολύ όμορφη αυτή η πρόκληση και αγαπώ να κάνω αναφορές σε άλλα μουσικά έργα ή άλλους συνθέτες. Είναι σαν να συναντιούνται μέσα στην μουσική σου ήδη υπάρχουσες μουσικές. Εμένα με γοητεύει πολύ αυτό. Ωστόσο, είναι σαν το θέμα και παραλλαγές, που παίρνεις ένα ήδη υπάρχον θέμα από άλλο συνθέτη και το παραλλάσσεις όπως σε οδηγεί ο δικός σου δημιουργικός εγκέφαλος. Στον Βενιζέλο, η στιγμή που ακούγεται το παραλλαγμένο από μένα «Της Αμύνης τα Παιδιά», λειτουργεί σαν μία ευχάριστη ανάσα για το αυτί του ακροατηρίου, καθώς ξεκουράζεται με κάτι οικείο, για να πάρει δύναμη να ακολουθήσει το επόμενο μέρος της πρωτότυπης μουσικής μου, στην καταιγιστική ροή αυτής της όπερας.

Στον Βενιζέλο καταπιάνεστε με μια ιστορική προσωπικότητα και με γεγονότα που παραμένουν αμφιλεγόμενα. Βέβαια η επιλογή και μόνο δείχνει ότι πρόκειται για μια κεντρική μορφή της ελληνικής ιστορίας. Τι σας έστρεψε σε αυτό το θέμα και πώς το χειριστήκατε;

Ήταν ό,τι πιο δύσκολο έχω κάνει. Τεράστια πρόκληση. Ασχολήθηκα με την προσωπικότητα που καθόρισε τα σημερινά μας σύνορα. Τον ηγέτη με την μεγαλύτερη επιρροή στη σύγχρονη ζωή μας σήμερα. Την ίδια στιγμή όμως, αυτός ο επαναστάτης νομικός, υπέστη δύο άγριες απόπειρες δολοφονίας, μεταξύ και άλλων. Αγιοποιήθηκε και αναθεματίστηκε. Η πορεία του, δείχνει ακριβώς τι συμβαίνει όταν συνεχώς βαδίζεις με πυξίδα την υπέρβαση.

Σας προβληματίζει το γεγονός ότι στη συναυλία του Μεγάρου Μουσικής τα έργα σας θα παρουσιαστούν συναυλιακά, χωρίς τη δραματική τους διάσταση;

Όχι. Είναι με μεγάλη προσοχή επιλεγμένα και θα δοθεί περισσότερο βάρος στην μουσική τους δύναμη και όχι τόσο στη δραματουργική τους λογική.

Για τη συναυλία στο Μέγαρο Μουσικής έχετε ήδη βρει μεγάλη ανταπόκριση από το κοινό, όπως και όλες οι προηγούμενες δουλειές σας. Από πού προήλθε η πρωτοβουλία για αυτήν την Τετραλογία, σε συνεργασία με τον Σύλλογο οι Φίλοι της Μουσικής;

Στην Τετραλογία, εκτός από την κοινή ρίζα και τις συγγένειες των έργων μεταξύ τους, με οδήγησε η ανάγκη να παρουσιάσω τα τέσσερα εκτενή μουσικοθεατρικά μου έργα συναυλιακά στην Αθήνα, ώστε, έστω κι αποσπασματικά, να τα γνωρίσει το ακροατήριο. Τα δύο από τα τέσσερα έργα, δεν είχαν την τύχη, να παρουσιαστούν και να γνωστοποιηθούν στην πρωτεύουσα, ποτέ. Ο Σύλλογος Φίλοι της Μουσικής, αλλά και η Φιλαρμόνια Ορχήστρα Αθηνών, γνώριζαν πολύ καλά τη δουλειά μου και μου άνοιξαν τις πόρτες του Μεγάρου με ενθουσιασμό και εμπιστοσύνη. Επίσης είναι εξαιρετικά σημαντικό πως όλοι συμμετέχουμε σε αυτή τη συναυλία αφιλοκερδώς και πως τα έσοδα θα διατεθούν για τις υποτροφίες του Συλλόγου Φίλοι της Μουσικής.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΝΑΥΛΙΑ

Δημήτρης Κιουσόπουλος

Δημοσιογράφος, Μουσικός Κριτικός

Ο Δημήτρης Κιουσόπουλος είναι μουσικός κριτικός και δημοσιογράφος. Σπούδασε ιστορία, αρχαιολογία, και κλασικές σπουδές στα Πανεπιστήμια Αθηνών και Εδιμβούργου και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές ιστορίας με έμφαση στην κοινωνική ιστορία της μουσικής και της όπερας στην École des Hautes Etudes en Sciences Sociales, Παρίσι, το Berliner Kolleg für Vergleichende Geschichte Europas (BKVGE Freie Universität / Humboldt-Universität) Βερολίνο, και το Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο, Φλωρεντία.

Κύλιση στην κορυφή