
Τα τελευταία χρόνια επανέρχεται όλο και συχνότερα, σε συζητήσεις με συναδέλφους, μια διαπίστωση που εκ πρώτης όψεως μοιάζει παράδοξη: δυσκολευόμαστε να βρούμε νέους μουσικούς για συναυλίες, σύνολα, εκπαιδευτικές δράσεις, ακόμη και για σταθερότερες συνεργασίες. Παράδοξη, γιατί νέοι μουσικοί υπάρχουν πολλοί — και αρκετοί από αυτούς διαθέτουν υψηλό επίπεδο τεχνικής κατάρτισης, διεθνείς εμπειρίες και πρόσβαση σε δυνατότητες που πριν από λίγες δεκαετίες ήταν σχεδόν αδιανόητες. Erasmus, masterclasses, διεθνείς ακαδημίες και διαγωνισμοί, άμεση πρόσβαση σε παρτιτούρες, ηχογραφήσεις, βιβλιογραφία και πληροφορία έχουν διευρύνει εντυπωσιακά τον ορίζοντα των μουσικών σπουδών.
Κι όμως, παράλληλα με αυτή τη διεύρυνση, παρατηρώ συχνά κάτι που με προβληματίζει: μια δυσκολία δέσμευσης σε οτιδήποτε απαιτεί χρόνο, συνέπεια, υπομονή και επένδυση χωρίς άμεσο και ορατό αντάλλαγμα. Δεν αναφέρομαι εδώ στη μουσική ικανότητα. Αναφέρομαι σε εκείνο το σύνολο στάσεων και συμπεριφορών που μετατρέπει τη γνώση σε επαγγελματική υπόσταση: προετοιμασία, συνέπεια, επικοινωνία, αξιοπιστία, περιέργεια, διάθεση συνεργασίας και, ίσως σημαντικότερο από όλα, επίγνωση ότι η αποφοίτηση δεν σηματοδοτεί το τέλος της μαθητείας.
Κάπου εδώ εμφανίζεται μια φράση που ακούω εδώ και χρόνια και εξακολουθεί να με εκπλήσσει. Όταν ένας νεότερος μουσικός είναι συστηματικά ασυνεπής, ανοργάνωτος, αργεί, δεν απαντά, δεν έχει προετοιμαστεί ή αδυνατεί να ανταποκριθεί σε στοιχειώδεις υποχρεώσεις μιας συνεργασίας, δεν είναι σπάνιο να ακούσει κανείς, ακόμη και από συναδέλφους: «Ε, καλλιτέχνης είναι…».
Πάντα αναρωτιέμαι: οι υπόλοιποι τι είμαστε; Και, κυρίως, ποια ακριβώς αντίληψη περί καλλιτέχνη κρύβεται πίσω από αυτή τη φράση; Ότι η καλλιτεχνική φύση συνεπάγεται μια ιδιότυπη αδυναμία συνύπαρξης με τον χρόνο, την οργάνωση και τις υποχρεώσεις; Ότι ο καλλιτέχνης δικαιούται να είναι «στον κόσμο του» και κάποιος άλλος θα φροντίσει να καλύψει όσα εκείνος παραλείπει; Ότι η δημιουργικότητα και η συνέπεια είναι περίπου ασύμβατες έννοιες;
Πρόκειται, κατά τη γνώμη μου, για ένα στερεότυπο που δεν υποτιμά μόνο την έννοια του επαγγελματισμού. Υποτιμά και την ίδια την τέχνη. Γιατί πίσω από σχεδόν κάθε σημαντική καλλιτεχνική κατάκτηση υπάρχει κάτι πολύ λιγότερο ρομαντικό από την έμπνευση: χρόνος, πειθαρχία, επανάληψη, αμφιβολία, επιμονή, προετοιμασία και, συχνά, εξαντλητική προσήλωση στη λεπτομέρεια. Η ασυνέπεια δεν είναι καλλιτεχνική ιδιότητα. Ίσως έχει έρθει η στιγμή να σταματήσουμε να τη βαφτίζουμε έτσι.
Υπάρχει όμως, κατά τη γνώμη μου, ένα βαθύτερο ζήτημα, που αρχίζει πολύ πριν από την επαγγελματική ζωή. Αρχίζει από τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε σήμερα τη μουσική εκπαίδευση. Έχω την αίσθηση ότι όλο και περισσότερο η διαδικασία της μάθησης μεταφράζεται σε μια διαδικασία απόκτησης αποτελεσμάτων: βαθμών, τίτλων, πιστοποιήσεων, μορίων, προσόντων. Ακόμη και στα μαθήματα τέχνης, ο σπουδαστής μαθαίνει εύκολα να σκέφτεται με όρους προαγωγής: τι βαθμό πήρα, πέρασα, πότε δίνω, πότε τελειώνω; Ο απόφοιτος, αντίστοιχα, αντιμετωπίζει συχνά το πτυχίο ως κατάκτηση που θα πρέπει σχεδόν αυτομάτως να μεταφραστεί σε επαγγελματικό δικαίωμα ή θέση εργασίας.
Δεν υποτιμώ καθόλου την αξία των τίτλων σπουδών. Ένα πτυχίο πιστοποιεί ότι ολοκληρώθηκε ένας συγκεκριμένος κύκλος σπουδών. Δεν πιστοποιεί ότι ολοκληρώθηκε ο μουσικός. Αυτό, ευτυχώς, δεν συμβαίνει ποτέ. Η τέχνη προϋποθέτει κάτι πολύ πιο αβέβαιο και πολύ πιο δύσκολο να μετρηθεί: αναζήτηση. Να εξακολουθείς να αναρωτιέσαι, να αμφιβάλλεις, να ανακαλύπτεις ρεπερτόριο, να ακούς, να διαβάζεις, να συναντάς ανθρώπους που γνωρίζουν πράγματα που εσύ δεν γνωρίζεις, να αλλάζεις γνώμη, να δοκιμάζεις, να αποτυγχάνεις και να επιστρέφεις. Αν αυτή η ανάγκη χαθεί, κανένας βαθμός δεν μπορεί να την αντικαταστήσει.
Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με την παιδαγωγική επάρκεια. Τα πανεπιστήμια επιχείρησαν να αντιμετωπίσουν ένα υπαρκτό ζήτημα θεσμοθετώντας μαθήματα και διαδικασίες παιδαγωγικής κατάρτισης. Η ανάγκη είναι αυτονόητη· η διδασκαλία απαιτεί παιδαγωγική γνώση. Το ερώτημα είναι αν, στην πράξη, καταλήξαμε πολλές φορές να μετατρέπουμε και αυτή τη γνώση σε έναν ακόμη βαθμό, ένα ακόμη πιστοποιητικό, ένα ακόμη προσόν που προστίθεται στο βιογραφικό.
Η παιδαγωγική, όμως, δεν εξαντλείται σε μια πιστοποίηση. Πάντα ήταν δύσκολο να βρεις έναν πραγματικά καλό μουσικό που να είναι ταυτόχρονα και πραγματικά καλός παιδαγωγός. Πρόκειται για δύο διαφορετικές, αν και βαθιά συνδεδεμένες, ικανότητες. Το ότι κάποιος είναι εξαιρετικός ερμηνευτής δεν σημαίνει αυτομάτως ότι ξέρει να διδάξει. Και το ότι κάποιος είναι εξαιρετικός παιδαγωγός δεν σημαίνει ότι πρέπει να διαθέτει διεθνή καριέρα σολίστ. Το ένα δεν εγγυάται το άλλο, αλλά ούτε και το αναιρεί.
Η διδασκαλία απαιτεί να μπορείς να δεις τον άνθρωπο απέναντί σου. Να καταλάβεις πώς μαθαίνει, να αντιληφθείς ότι αυτό που λειτούργησε για εσένα μπορεί να είναι εντελώς ακατάλληλο για εκείνον, να αλλάξεις μέθοδο, να παρατηρήσεις, να ακούσεις, να απαιτήσεις όταν χρειάζεται και να περιμένεις όταν πρέπει. Και αυτά δεν κατακτώνται επειδή περάσαμε με επιτυχία μερικά μαθήματα. Χρειάζονται χρόνο, εμπειρία και συνεχή αυτοαξιολόγηση.
Υπάρχει, ωστόσο, κάτι που οφείλει να είναι κοινό είτε κάποιος επιλέξει κυρίως την ερμηνεία είτε τη διδασκαλία: η ικανότητα συνεργασίας. Ο μουσικός είναι συνεργάτης των άλλων μουσικών, του ensemble, του μαέστρου, του διοργανωτή, του φορέα, του τεχνικού. Ο καθηγητής είναι συνεργάτης του ωδείου ή του εκπαιδευτικού οργανισμού στον οποίο εργάζεται, των συναδέλφων του, του σπουδαστή του και —όταν πρόκειται για παιδί— της οικογένειάς του.
Δεν λειτουργεί μέσα σε ένα προσωπικό μικρό βασίλειο. Ένα ωδείο δεν είναι ένα σύνολο από κλειστές αίθουσες πίσω από τις οποίες ο καθένας κάνει αποκλειστικά «το μάθημά του». Είναι —ή τουλάχιστον θα έπρεπε να είναι— εκπαιδευτική και καλλιτεχνική κοινότητα. Το ίδιο ισχύει για ένα ensemble, ένα festival, μια παραγωγή, μια ορχήστρα. Και για να υπάρξει κοινότητα χρειάζεται κάτι πολύ απλό: να μπορεί ο ένας να βασίζεται στον άλλον. Η συνεργασία δεν είναι θέμα καλού χαρακτήρα. Είναι επαγγελματική δεξιότητα.
Στο σημείο αυτό υπάρχει ένα ακόμη θέμα που δύσκολα αγνοείται: η ανάγκη για άμεση ανταμοιβή. Και εδώ χρειάζεται να είμαστε δίκαιοι. Οι νέοι μουσικοί καλά κάνουν και διεκδικούν την αμοιβή τους. Για πολλά χρόνια ο χώρος της τέχνης καλλιέργησε μια σχεδόν ενοχική σχέση με το χρήμα. Οι μουσικοί κλήθηκαν αμέτρητες φορές να εργαστούν δωρεάν «για την εμπειρία», «για την προβολή», «γιατί είναι σημαντική ευκαιρία». Αυτό ήταν και παραμένει προβληματικό.
Από την άλλη πλευρά, υπάρχει μεγάλη απόσταση ανάμεσα στη διεκδίκηση μιας δίκαιης αμοιβής και στη λογική της αρπαχτής. Μια επαγγελματική διαδρομή δεν μπορεί να αξιολογείται αποκλειστικά με βάση το τι αποδίδει οικονομικά εδώ και τώρα. Υπάρχουν συνεργασίες που προσφέρουν χρήματα, άλλες που προσφέρουν εμπειρία, άλλες που ανοίγουν ένα νέο ρεπερτόριο ή έναν καινούργιο τρόπο δουλειάς και άλλες που δημιουργούν σχέσεις οι οποίες μπορεί να εξελιχθούν μετά από χρόνια. Υπάρχουν, βεβαίως, και συνεργασίες που είναι απλώς εκμετάλλευση και πρέπει να μάθει κανείς να τις αναγνωρίζει και να λέει όχι. Αυτή ακριβώς είναι η επαγγελματική ωριμότητα: να μπορείς να διακρίνεις την επένδυση από την εκμετάλλευση.
Εδώ βρίσκεται και ένα από τα μεγαλύτερα κενά της μουσικής μας εκπαίδευσης. Για πολλά χρόνια εκπαιδεύαμε μουσικούς για μια επαγγελματική πραγματικότητα περίπου γραμμική: σπουδάζω, παίρνω το πτυχίο μου, διδάσκω ή βρίσκω μια θέση σε έναν οργανισμό. Αυτή η πραγματικότητα έχει αλλάξει. Ο σημερινός μουσικός καλείται συχνά να συνδυάσει πολλούς διαφορετικούς ρόλους. Είναι ερμηνευτής, δάσκαλος, συνεργάτης, δημιουργός ενός project και, αρκετές φορές, παραγωγός της ίδιας του της δουλειάς. Χρειάζεται να γνωρίζει πώς παρουσιάζεται μια καλλιτεχνική πρόταση, πώς δημιουργείται ένα δίκτυο συνεργασιών, πώς λειτουργεί ένας προϋπολογισμός, πού αναζητούνται χρηματοδοτήσεις, residencies, calls και προγράμματα κινητικότητας.
Αυτό είναι, στην ουσία του, το entrepreneurship στη μουσική. Ο όρος δημιουργεί συχνά αμηχανία, σαν να υπονοεί ότι ζητάμε από τον καλλιτέχνη να γίνει επιχειρηματίας ή να μετατρέψει την τέχνη του σε προϊόν. Δεν πρόκειται γι’ αυτό. Πρόκειται για την ικανότητα ενός μουσικού να αναλαμβάνει ευθύνη και για τη διαδρομή της δουλειάς του. Να μην περιμένει αποκλειστικά να τον καλέσουν, να τον ανακαλύψουν, να τον προσλάβουν ή να του προσφέρουν μια έτοιμη θέση. Να μπορεί και ο ίδιος να δημιουργήσει.
Στην ευρωπαϊκή ανώτατη μουσική εκπαίδευση αυτή η συζήτηση γίνεται ήδη εδώ και χρόνια. Η Association Européenne des Conservatoires έχει ασχοληθεί συστηματικά με το entrepreneurship, την employability και τη μετάβαση από τις σπουδές στην επαγγελματική ζωή. Σταδιακά, μάλιστα, η συζήτηση έχει μετακινηθεί από τη στενή έννοια της επιχειρηματικότητας προς ένα ευρύτερο entrepreneurial mindset: πρωτοβουλία, συνεργασία, επικοινωνία, προσαρμοστικότητα, αυτοδιαχείριση και ικανότητα του καλλιτέχνη να δημιουργεί ο ίδιος επαγγελματικές δυνατότητες.
Σε ευρωπαϊκά conservatoires, τα career skills, το project management, η επικοινωνία και η επαγγελματική προετοιμασία εντάσσονται με διαφορετικούς τρόπους μέσα στις ίδιες τις μουσικές σπουδές. Όχι αντί για την καλλιτεχνική εκπαίδευση, αλλά μαζί της. Γιατί το ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο αν ένας απόφοιτος παίζει καλά. Είναι και αν μπορεί να υπάρξει ως μουσικός μέσα στη σημερινή κοινωνική και επαγγελματική πραγματικότητα.
Και εδώ εμφανίζεται μια ενδιαφέρουσα αντίφαση. Ακούμε συχνά —και αρκετές φορές δικαιολογημένα— ότι «στο εξωτερικό είναι αλλιώς» και ότι «στην Ελλάδα δεν υπάρχει οργάνωση». Πράγματι, υπάρχουν θεσμικές δυσλειτουργίες, γραφειοκρατία, καθυστερήσεις, ανεπαρκής χρηματοδότηση και προχειρότητα. Δεν χρειάζεται να τα ωραιοποιούμε.
Έχω όμως παρατηρήσει πολλές φορές ότι ο ίδιος νέος μουσικός που στην Ελλάδα δυσκολεύεται να αποδεχθεί ένα συγκεκριμένο πλαίσιο συνεργασίας, όταν βρεθεί σε ένα conservatoire, ένα ensemble, μια ορχήστρα ή ένα festival στο εξωτερικό προσαρμόζεται πολύ γρήγορα. Εκεί το deadline είναι deadline, η πρόβα ξεκινά την ώρα που έχει οριστεί, το υλικό έχει μελετηθεί και η υποχρέωση που ανέλαβες δεν είναι περίπου υποχρέωση. Και κανείς δεν θεωρεί ότι όλα αυτά περιορίζουν την καλλιτεχνική ελευθερία.
Άρα μπορούμε.
Το ερώτημα είναι γιατί δεν απαιτούμε από τον εαυτό μας στην Ελλάδα όσα θεωρούμε απολύτως φυσιολογικά όταν βρισκόμαστε έξω από αυτήν. Η Ευρώπη δεν είναι μόνο περισσότερες χρηματοδοτήσεις, καλύτερες υποδομές, Erasmus και μεγαλύτερη κινητικότητα. Είναι και κουλτούρα εργασίας. Δεν μπορούμε να ζητάμε —και πολύ σωστά— ευρωπαϊκού επιπέδου θεσμούς, αν δεν είμαστε διατεθειμένοι να συμβάλουμε και εμείς στη δημιουργία μιας αντίστοιχης επαγγελματικής κουλτούρας.
Και όμως, η ασυνέπεια δεν είναι τελικά αυτό που με ανησυχεί περισσότερο. Ούτε η άγνοια του project management ούτε το γεγονός ότι ένας νέος μουσικός μπορεί να μη γνωρίζει πώς λειτουργεί ένα ευρωπαϊκό πρόγραμμα. Όλα αυτά μαθαίνονται.
Περισσότερο με προβληματίζει η επιπολαιότητα. Η έλλειψη εμβάθυνσης. Και, κυρίως, η απώλεια της περιέργειας. Να ολοκληρώνει κάποιος μουσικές σπουδές χωρίς να αισθάνεται την ανάγκη να μάθει τι συμβαίνει έξω από τον μικρό κύκλο στον οποίο εκπαιδεύτηκε. Να μη γνωρίζει νέο ρεπερτόριο — και να μη θέλει ιδιαίτερα να το γνωρίσει. Να μη διαβάζει, να μην ακούει, να μη συναντά άλλες τέχνες. Να μη γνωρίζει τι αλλάζει στην εκπαίδευση, τι συμβαίνει στη σύγχρονη δημιουργία, ποιες συζητήσεις γίνονται σήμερα διεθνώς γύρω από τη μουσική και τον ρόλο του καλλιτέχνη. Να ενδιαφέρεται περισσότερο για την εικόνα μιας καλλιτεχνικής ζωής παρά για το περιεχόμενό της.
Αυτό είναι, για μένα, πολύ πιο ανησυχητικό από ένα χαμένο deadline. Γιατί η συνέπεια μπορεί να διδαχθεί. Η περιέργεια, όταν χαθεί, πολύ δυσκολότερα.
Θα ήταν εύκολο, βέβαια, όλα αυτά να καταλήξουν στο γνωστό «οι νέοι σήμερα…». Και θα ήταν άδικο. Δεν πιστεύω ότι οι προηγούμενες γενιές ήταν καλύτερες. Είχαν άλλες αδυναμίες, άλλες βεβαιότητες, λιγότερες δυνατότητες και ίσως πολύ μεγαλύτερη ανοχή σε συμπεριφορές και συνθήκες που οι σημερινοί νέοι σωστά δεν αποδέχονται.
Επιπλέον, η νέα γενιά μουσικών βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πολύ πιο σύνθετη επαγγελματική πραγματικότητα: λιγότερες σταθερές θέσεις, μεγαλύτερη επισφάλεια, διεθνή ανταγωνισμό και την ανάγκη να συνδυάζει πολλούς διαφορετικούς ρόλους. Ακριβώς γι’ αυτό, όμως, δεν νομίζω ότι της προσφέρουμε καμία υπηρεσία όταν δικαιολογούμε τα πάντα. Το «ε, καλλιτέχνης είναι» δεν προστατεύει έναν νέο μουσικό. Τον αφήνει απροετοίμαστο. Όπως δεν τον βοηθάμε όταν του δημιουργούμε την εντύπωση ότι ένα πτυχίο αποτελεί το τέλος μιας διαδρομής ή ότι η κοινωνία τού οφείλει μια θέση επειδή ολοκλήρωσε τις σπουδές του.
Τι σημαίνει, λοιπόν, να είσαι νέος μουσικός; Ίσως, πρώτα απ’ όλα, να γνωρίζεις ότι δεν έχεις τελειώσει. Και αυτό δεν είναι μειονέκτημα. Είναι ίσως το ωραιότερο μέρος αυτής της δουλειάς. Να μπορείς ακόμη να πεις «δεν ξέρω». Να ρωτήσεις, να ακούσεις, να μαθητεύσεις δίπλα σε κάποιον που γνωρίζει περισσότερα χωρίς να αισθανθείς ότι αυτό σε μειώνει. Να συνεργαστείς με ανθρώπους καλύτερους από εσένα. Να κάνεις λάθος και να φροντίσεις την επόμενη φορά να μην κάνεις το ίδιο. Να γνωρίζεις την αξία της δουλειάς σου χωρίς να θεωρείς ότι κάθε εμπειρία αποτιμάται μόνο οικονομικά. Να απαιτείς από τους θεσμούς σοβαρότητα, αλλά να απαιτείς την ίδια σοβαρότητα και από τον εαυτό σου.
Να είσαι καλός μουσικός. Αν διδάσκεις, να προσπαθείς συνεχώς να γίνεσαι καλύτερος παιδαγωγός. Και όποιον δρόμο κι αν ακολουθήσεις, να μπορείς να είσαι συνεργάτης.
Γιατί, τελικά, δεν αρκεί να είσαι καλός όταν ανεβαίνεις στη σκηνή. Πρέπει να μπορούν οι άλλοι να βασιστούν πάνω σου και όταν κατεβαίνεις από αυτήν.
Η μουσική δεν είναι βαθμός. Δεν είναι πτυχίο. Δεν είναι διορισμός. Δεν είναι μια φωτογραφία από μια συναυλία ούτε μια αμοιβή στο τέλος της βραδιάς. Και η ασυνέπεια, σίγουρα, δεν είναι καλλιτεχνική ιδιότητα.
Η μουσική είναι μια διαρκής διαδικασία αναζήτησης. Και το να γίνεσαι μουσικός είναι κάτι που —ευτυχώς— δεν τελειώνει ποτέ.

