
Παρά τις κριτικές που έχει ήδη δεχθεί, προσωπικά βρίσκω το soundtrack του Ludwig Göransson για την «Οδύσσεια» εμπνευσμένο, ξεχωριστό και ήδη έτοιμο να αφήσει το αποτύπωμά του στον χώρο της κινηματογραφικής μουσικής.
Στην τρίτη συνεργασία του με τον Christopher Nolan, μετά το «Tenet» και το «Oppenheimer», ο Göransson δεν επιχείρησε να γράψει ακόμη μία μεγαλοπρεπή επική παρτιτούρα με τον τρόπο που μας έχει συνηθίσει το Χόλιγουντ. Απουσιάζουν η αναμενόμενη συμφωνική ορχήστρα, οι προβλέψιμες κορυφώσεις και τα γλυκανάλατα έγχορδα που υποδεικνύουν στον θεατή πότε πρέπει να συγκινηθεί.
Ο Nolan ζήτησε από τον συνθέτη «καμία ορχήστρα» και «κανέναν γνώριμο ήχο». Έτσι, ο Göransson έχτισε την παρτιτούρα με ανακατασκευασμένα όργανα, χάλκινα γκονγκ, μεταλλικά αντικείμενα, κρουστά, φωνές και synthesizers.
Ο μουσικός Callum Armstrong χρησιμοποίησε αντίγραφο αυλού, βασισμένο σε όργανο του 6ου–5ου αιώνα π.Χ. Επειδή δεν έχουν σωθεί τα αρχικά γλωσσίδια του οργάνου, ο Armstrong και οι συνεργάτες του χρειάστηκε να μελετήσουν αρχαίες πηγές και να πειραματιστούν, για να καταλάβουν πώς θα μπορούσε να λειτουργεί και να παίζεται. Αντίστοιχα, η μουσικολόγος και ειδική στην αρχαιοελληνική επτάχορδη λύρα Rosa Fragorapti προσέγγισε το όργανο συνδυάζοντας παραστάσεις από αγγεία, φιλολογικές πηγές και τη δική της εμπειρία ως εκτελέστρια.
Δεν ακούμε, λοιπόν, μια πιστή αναπαραγωγή της μουσικής της Εποχής του Χαλκού, αλλά μια τεκμηριωμένη και δημιουργική απόπειρα κατασκευής ενός αρχαϊκού ήχου.
Το αποτέλεσμα είναι ένα ξεχωριστό και πλούσιο score: έντονο, τραχύ, γήινο και καθόλου αναμενόμενο. Στις στιγμές γύρω από το βασικό θέμα του Οδυσσέα, η συγκίνηση δεν κατασκευάζεται μέσα από εύκολους συναισθηματικούς εκβιασμούς. Αναδύεται περισσότερο σαν μνήμη, σαν βάρος και σαν νοσταλγία για έναν κόσμο που έχει χαθεί.
Η χρήση του αυλού και της λύρας, σε συνδυασμό με φωνές που θυμίζουν Σειρήνες, πολεμικές κραυγές, βαριά κρουστά, μεταλλικούς ήχους και στιγμές ελεγχόμενου χάους, δημιουργεί μια παράξενη αίσθηση οικειότητας και ανοικειότητας. Στα δικά μου αυτιά διακρίνονται ακόμη ιδιώματα που θυμίζουν βαλκανικές παραδόσεις, χορωδιακή πολυφωνία και κάτι από τη λιτή, βουκολική μουσική της Ηπείρου. Δεν γνωρίζω αν πρόκειται για συνειδητές παραπομπές· περισσότερο για συνειρμούς που γεννούν οι ανοιχτοί ήχοι, οι φωνές και η αίσθηση ενός μουσικού τοπίου άγριου και σκοτεινού.
Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι και η χρήση της χορωδίας. Οι γυναικείες φωνές γίνονται απόκοσμες και σαγηνευτικές, ενώ οι ανδρικές ακούγονται σαν φωνές πολεμιστών, τελετουργικές επικλήσεις ή ακόμη και σπαρακτικά ανδρικά μοιρολόγια. Δεν είναι μόνο θρήνος, αλλά εξάντληση, συλλογική μνήμη και ενοχή. Ταιριάζει ιδανικά σε μια ιστορία ανδρών που επιστρέφουν από τον πόλεμο, κουβαλώντας λιγότερο τη δόξα και περισσότερο τα φαντάσματα όσων έχασαν.

Μουσική ή ηχητικό τοπίο;
Ένα μεγάλο μέρος της κριτικής στηρίζεται στην άποψη ότι η παρτιτούρα δεν διαθέτει αρκετά χαρακτηριστικά και ευκολομνημόνευτα θέματα. Αναρωτιέμαι, όμως, αν το εύκολο μελωδικό μοτίβο είναι προϋπόθεση για να θεωρηθεί επιτυχημένη μια κινηματογραφική μουσική.
Μήπως η κυριαρχία ενός συγκεκριμένου αμερικανικού επικού ήχου, με τα συναισθηματικά κλισέ και τις κοινότυπες ορχηστρικές κορυφώσεις, έχει διαμορφώσει μια μονοδιάστατη προσέγγιση στη μουσική αυτού του είδους του κινηματογράφου;
Μια παρτιτούρα δεν υπάρχει μόνο για να αποσπαστεί από την ταινία και να λειτουργήσει ως συλλογή αυτόνομων κομματιών. Μπορεί επίσης να αγκαλιάζει τις εικόνες, να διαμορφώνει τον χώρο και να θολώνει τα όρια ανάμεσα στη μουσική και στον φυσικό ήχο. Απόλαυσα ιδιαίτερα τις στιγμές κατά τις οποίες η μουσική της «Οδύσσειας» λειτουργεί περισσότερο ως soundscaping.
Τα χάλκινα γκονγκ, τα κρουστά, οι ανάσες, οι φωνές, ο αυλός και οι ηλεκτρονικοί παλμοί δεν σχηματίζουν πάντα μια συμβατική μελωδία· γίνονται το ίδιο το περιβάλλον της ταινίας. Ο Göransson, προκειμένου να πετύχει αυτό το ηχητικό αποτέλεσμα, ηχογράφησε ακόμη και σίδερα, κιγκλιδώματα, μεταλλικές επιφάνειες και μονάδες κλιματισμού! Δεν ακούμε απλώς τη μουσική του ταξιδιού. Ακούμε τη σκουριά των όπλων, την αγριότητα της θάλασσας, τον φόβο του πληρώματος και τη βία του πολέμου.

Ο αρχαίος αυλός συναντά τα synthesizers
Αμφιλεγόμενη είναι και η συνύπαρξη των ακουστικών και των ηλεκτρονικών ήχων. Ο Göransson δεν κρύβει τα synthesizers πίσω από τα αρχαιοπρεπή όργανα· τα αφήνει να εισβάλουν ανοιχτά στον ίδιο ηχητικό κόσμο. Και εδώ θα διατυπώσω μια καθαρά δική μου αίσθηση: σε ορισμένα σημεία ακούω έντονα στοιχεία της δεκαετίας του 1980.
Στην πράξη, δημιουργείται ένας ενδιαφέρων διάλογος ανάμεσα στο αρχαϊκό, το παραδοσιακό, το τελετουργικό, το βιομηχανικό και το ηλεκτρονικό. Δεν είναι άσχετο ότι μία από τις αναφορές κατά την προετοιμασία ήταν η μουσική του Peter Gabriel για τον «Τελευταίο Πειρασμό»: ένα παράδειγμα σύγχρονου ήχου που δεν αναπαριστά μουσειακά το παρελθόν, αλλά το επανερμηνεύει.
Με την ίδια λογική αντιμετωπίζω και το μοντέρνο κλείσιμο με τους James Blake και Travis Scott. Κατανοώ γιατί για κάποιους λειτουργεί ως απότομη έξοδος από τον κόσμο της ταινίας. Ο Göransson, όμως, το συνδέει με την προφορική και πιθανότατα τραγουδισμένη μετάδοση της «Οδύσσειας»: δύο σύγχρονοι καλλιτέχνες επαναδιηγούνται μια πανάρχαια ιστορία με τη μουσική γλώσσα της δικής τους εποχής.
Περί «ιστορικής αυθεντικότητας»
Άλλοι θεωρούν το score ανεπαρκώς ιστορικά πιστό, άλλοι απορρίπτουν τη μίξη ακουστικών και ηλεκτρονικών ήχων και άλλοι αντιμετωπίζουν τη συμμετοχή του Travis Scott περίπου ως ιεροσυλία. Εδώ έχω ένα ερώτημα: η καλλιτεχνική έκφραση υποχρεούται να είναι ιστορικά ακριβής; Η ταινία του Nolan δεν έχει σκοπό να εκπαιδεύσει ιστορικά το κοινό της, ούτε από πλευράς κειμένου ούτε από πλευράς μουσικής επένδυσης.
Ο αυλός και η λύρα δεν λειτουργούν ως πιστοποιητικά ιστορικής ακρίβειας, αλλά ως σημεία εκκίνησης για την κατασκευή ενός ηχητικού παρελθόντος. Όπως η ταινία του Nolan δεν αποτελεί αρχαιολογική αναπαράσταση της Εποχής του Χαλκού και το ομηρικό ποίημα δεν είναι ιστορικό χρονικό, έτσι και η μουσική δεν έχει την υποχρέωση να λειτουργήσει ως ηχητικό έκθεμα μουσείου.
Μήπως πίσω από την ανάγκη για «αυθεντικότητα» κρύβεται η απογοήτευση επειδή η «Οδύσσεια» δεν απέκτησε ακόμη μία αναγνωρίσιμη, αμερικανικής αισθητικής παρτιτούρα για επική ταινία;
Ο Göransson δεν προσποιείται ότι γνωρίζει ακριβώς πώς ακουγόταν αυτός ο χαμένος κόσμος. Δημιουργεί έναν πιθανό, φανταστικό και βαθιά κινηματογραφικό ήχο: γήινο, μεταλλικό, τελετουργικό, ηλεκτρονικό, ανθρώπινο και συμπεριληπτικό. Και για εμένα, αυτό είναι πολύ πιο ενδιαφέρον από ακόμη μία άψογα εκτελεσμένη, θριαμβευτική και προβλέψιμη «επική» παρτιτούρα.


