Ο Φίλιππος Τσαλαχούρης είναι ένας από τους πιο προβεβλημένους και δραστήριους συνθέτες των ημερών μας, μια πολυσχιδής προσωπικότητα με αξιόλογη καλλιτεχνική και διδακτική πορεία. Σήμερα είναι Διευθυντής των Μουσικών Σχολών του Ωδείου Αθηνών, ενώ έργα του παίζονται συχνά τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Με αφορμή την παρουσία τριών συμφωνικών του έργων στην πλατφόρμα της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, αλλά και την πρώτη εκτέλεση του έργου του Balzac από την Ορχήστρα τη νέα σεζόν, συνομιλήσαμε μαζί του σε μια κουβέντα για τη μουσική του, την ελληνική παράδοση αλλά και για το τι περιμένουμε να ακούσουμε στη συναυλία του Μαΐου.

Τι είναι για εσάς η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών;
Είναι μια θεμελιώδης μνήμη, η εισαγωγή μου στη μουσική, το σχολείο, η πρώτη ορχήστρα που άκουσα ποτέ μου. Η σχέση μου μαζί της είναι υιϊκή, νιώθω παιδί της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών. Είναι πολύ μεγάλη η συγκίνησή μου κάθε φορά που η Κ.Ο.Α. ερμηνεύει έργα μου. Πέρα από αυτό όμως, για μένα, αν ένα έργο δεν παιχτεί στην Ελλάδα, είναι σα να μην έχει παιχτεί. Θα τολμούσα να πω ότι εάν έπρεπε να αποφασίσω να παιχτεί το έργο μου από την Φιλαρμονική του Βερολίνου υπό τον όρο να μην παιχτεί ποτέ στην Ελλάδα, δεν θα το επέλεγα.
Καταρχάς θα ήθελα να μου πείτε τις σκέψεις σας για την πρωτοβουλία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών να δημιουργήσει ένα ψηφιακό αρχείο με ελληνικά έργα προσβάσιμο σε όλους, και τις εντυπώσεις σας από την υλοποίηση.
Η νέα πλατφόρμα θεωρώ ότι δικαιώνει τον ρόλο της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών. Μόνο μία ελληνική ορχήστρα θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα τέτοιο εκτενές αρχείο. Πρόκειται για μια αισθητική, αλλά και πολιτική παρέμβαση στην Ιστορία της νεοελληνικής τέχνης από την πλευρά της μουσικής, διότι αποδεικνύει την παράδοση της ελληνικής λόγιας μουσικής – που δυστυχώς αμφισβητείται – και προτείνει στον επισκέπτη ένα ταξίδι σε διαφορετικά αισθητικά ρεύματα και εποχές. Παρακολουθώντας κανείς την εξέλιξη της νεοελληνικής μουσικής, έχει ταυτόχρονα αντίληψη της Ιστορίας της Ελλάδας: ακούγοντας το έργο ενός επτανήσιου μετεπαναστατικού συνθέτη, ενός επτανήσιου του τέλους του 19ου αιώνα, ένα έργο της Εθνικής Σχολής και της σύγχρονης εποχής, παρακολουθούμε και την κοινωνική και πολιτική Ιστορία. Αυτό έχει σημασία ακόμα μεγαλύτερη από την αισθητική της μουσικής.
Η υλοποίηση είναι εξαιρετική, η σελίδα είναι εύχρηστη και η παρουσίαση πολύ τιμητική για τους συνθέτες, οι οποίοι παρουσιάζονται με μια πραγματική ισότητα. Είναι πολύ συγκινητικό ένας συνθέτης τού σήμερα να βλέπει το όνομά του δίπλα στο όνομα του Μητρόπουλου ή του Σκαλκώτα, σε τέτοια ισοτιμία. Υπάρχει σε αυτό μια αίσθηση «συναδελφικότητας».
Ένα ιδιαίτερο στοιχείο της πλατφόρμας της Κ.Ο.Α. είναι η συνύπαρξη συνθετών από πολλές εποχές, από τον 19ο αιώνα έως τις μέρες μας. Νιώθετε ότι το έργο σας είναι μέρος και συνέχεια της νεοελληνικής παράδοσης στη λόγια μουσική;
Ασφαλώς και εντάσσεται σε μια παράδοση, αλλά θα έλεγα γενικότερα στη συμφωνική παράδοση. Δεν θεωρώ ότι η ελληνικότητα είναι το κυρίαρχο αισθητικό στοιχείο, ούτε στο έργο μου, αλλά ούτε και στα άλλα έργα της πλατφόρμας. Βέβαια, πολλά ελληνικά στοιχεία αφομοιώνονται από όλους τους συνθέτες, αλλά ο ελληνικός χαρακτήρας είναι ούτως ή άλλως μια πολύ σχετική έννοια, και δεν είναι αυτό που πρωτίστως χαρακτηρίζει τα έργα ή τα φέρνει πιο κοντά μεταξύ τους.
Ίσως το πιο ελληνοκεντρικό δικό μου έργο είναι οι 24 Ελληνικοί Χοροί, σε έναν άμεσο διάλογο με την παράδοση και με τους Χορούς του Νίκου Σκαλκώτα. Δυστυχώς, όμως, δεν υπήρχε μαγνητοσκόπηση της εκτέλεσης με την Κ.Ο.Α. ώστε να συμπεριληφθεί στην πλατφόρμα.
Ξεχωρίζετε κάποια έργα σας ως πιο προσωπικά, στα οποία δεν θα θέλατε να αλλάξετε ή να διορθώσετε τίποτα, ακόμα και μετά από χρόνια;
Το κάθε μου έργο είναι σαν μια φωτογραφία του εαυτού μου σε διαφορετική στιγμή. Κάθε έργο είναι μια τοποθέτηση στον χρόνο. Με αυτήν την έννοια, δεν θέλω να παρέμβω. Δεν νιώθω ότι έχω το δικαίωμα να αλλάξω μια στιγμή, όπως αυτή εκφράστηκε στο έργο. Πολύ σπάνια, μπορεί να κάνω μια μικρή διόρθωση αν πρόκειται να ξαναπαιχτεί ένα έργο, αλλά ποτέ να αλλάξω τη δομή του. Από τη στιγμή που ολοκληρώνω τη σύνθεση, είναι μια πράξη που δεν αντιστρέφεται. Όταν αναλαμβάνουν οι εκτελεστές, έχει «φύγει» από εμένα. Από τα 157 έργα που έχω γράψει, για ελάχιστα – νεανικά, κυρίως – θα μπορούσα να πω ότι δεν επιθυμώ να ξαναπαιχτούν. Κατά τα άλλα, δεν ξεχωρίζω κανένα.
Στο hub.koa.gr σάς εκπροσωπούν τρία έργα σας, το Κοντσέρτο για φλάουτο, η Ιουλιανή Σουίτα και Ο Θάνατος του Λόρδου Βύρωνα. Θα θέλατε να μας πείτε λίγα λόγια για αυτά τα έργα, εάν έχουν κοινά σημεία που σας χαρακτηρίζουν, και τι θέση έχει το καθένα στην δημιουργική σας πορεία;
Είναι πολύ αντιπροσωπευτικά για εμένα, με την έννοια ότι πρόκειται για τρία διαφορετικά είδη και φόρμες συμφωνικής μουσικής: ένα κοντσέρτο, μια σουίτα και μια συμφωνική εισαγωγή. Επομένως συνομιλούν και με διαφορετικά έργα προηγούμενων εποχών. Επίσης γράφτηκαν με μεγάλη χρονική απόσταση μεταξύ τους, οπότε παρακολουθεί κανείς με αυτά και την εξέλιξή μου ως συνθέτη. Το Κοντσέρτο για φλάουτο το αγαπώ πολύ. Είναι ένας φόρος τιμής στις σπουδές μου, στο όργανο που με εισήγαγε στη μουσική και με διαμόρφωσε. Μπορεί να μην έγινα φλαουτίστας, αλλά εξακολουθώ να αγαπώ το φλάουτο ως το πιο δικό μου όργανο. Εκτός αυτού, ήταν το πρώτο μου έργο που έπαιξε η Κ.Ο.Α., το οποίο είναι πολύ συγκινητικό γεγονός από μόνο του. Η Ιουλιανή Σουίτα είναι ένα έργο ξεχωριστό για εμένα, η πρώτη του εκτέλεση έγινε στο Λονδίνο υπό τη δική μου διεύθυνση, αλλά η πρώτη πανελλήνια εκτέλεση ήταν με την Κ.Ο.Α. Σε αυτήν τη σύνθεση εξερεύνησα πραγματικά τα ηχοχρώματα και τις δυνατότητες της συμφωνικής ορχήστρας. Ο Θάνατος του Λόρδου Βύρωνα, τέλος, βασίστηκε στην ιδέα να τιμηθεί μια ποιητική μορφή που συνδέεται με τον φιλελληνισμό. Ήταν τιμητικό για εμένα να μου γίνει μια παραγγελία από την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών για τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση, και η πρώτη μου σκέψη ήταν να γράψω για τον Λόρδο Βύρωνα, σχεδόν – θα έλεγα – ακαριαία.
Πρόκειται λοιπόν για τρία έργα με πολύ διαφορετική αφετηρία και με τη δική τους ιστορία, με ένα κοινό σημείο… ότι είναι δικά μου.
Τη σεζόν που τώρα ξεκινά θα παρουσιαστεί ακόμα ένα έργο σας από την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών. Μάλιστα είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον ότι τιτλοφορείται Balzac και εντάσσεται σε ένα αμιγώς γαλλικό πρόγραμμα, στις 13 Μαΐου. Θα θέλατε να μας πείτε λίγα στοιχεία και για αυτό το έργο σας;
Το βασικό ερέθισμα δεν ήταν κάποιο συγκεκριμένο κείμενο του Honoré de Balzac, αλλά η μορφή του συνολικά. Ως φανατικός αναγνώστης ήρθα σε επαφή με πολλά από τα μυθιστορήματα του Balzac, και ήθελα να εκφράσω τον θαυμασμό μου για την ευρύτητα του έργου του, την απίστευτη κατανόησή του για την ανθρώπινη ψυχή και την κοινωνία. Ήταν φυσική συνέπεια να γράψω για αυτόν τον συγγραφέα, έχοντας περάσει μια πολύ έντονη αναγνωστική περίοδο μαζί του. Μεγάλη επίδραση για μένα υπήρξε και το άγαλμα Balzac του Auguste Rodin, όπως γράφω και σε ένα σημείωμά μου για το έργο. Μπορεί παλαιότερα να αμφισβητήθηκε η αξία τού γλυπτού ως προς την ομοιότητά του με τον συγγραφέα, όμως προσωπικά θεωρώ ότι αποτυπώνει πραγματικά το μέγεθος και την αύρα του, και είναι ό,τι πιο κοντά στη μουσική που έχω γράψει. Συγκεκριμένα, αυτή η «γρανιτένια» του ποιότητα με ενέπνευσε για την ιδιότυπη ενορχήστρωση, που περιλαμβάνει μόνο έγχορδα και χάλκινα πνευστά.
Είναι ιδιαίτερα συγκινητικό για εμένα που η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών ενέταξε αυτό το έργο σε ένα πρόγραμμα με γαλλική μουσική, και είμαι ευγνώμων γι’ αυτό.
Εκφραστήκατε πολύ γενναιόδωρα για την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, με μεγάλη έμφαση στη συναισθηματική σας σύνδεση μαζί της. Τι θα θέλατε να πείτε στο αθηναϊκό κοινό για να το προσκαλέσετε στις συναυλίες μας στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών;
Θα έλεγα κάτι πολύ απλό και ανθρώπινο: «Ελάτε μαζί μου. Είναι ωραία. Είναι κάτι δικό μας που μας αφορά».
Επισκεφθείτε την ψηφιακή πλατφόρμα της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών στο https://hub.koa.gr/
Το έργο υλοποιήθηκε στο πλαίσιο του προγράμματος «Ανάπτυξη Ψηφιακών Προϊόντων και Υπηρεσιών» του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας «Ελλάδα2.0» με τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης-NextGenerationEU.


