
Ποίηση, δημοσιογραφία, ζωγραφική, φωτογραφία και μουσική σε μια συνομιλία για τον χρόνο, τη μνήμη και όσα επιμένουν να μας συνδέουν.
Υπάρχουν δημιουργοί που τους συστήνει μία ιδιότητα και άλλοι για τους οποίους μία ιδιότητα δεν αρκεί. Ο Γιώργος Δουατζής ανήκει αναμφίβολα στους δεύτερους. Ποιητής και συγγραφέας με παρουσία στα ελληνικά γράμματα από το 1971, δημοσιογράφος με μακρά διαδρομή στον Τύπο, το ραδιόφωνο και την τηλεόραση, αλλά και ζωγράφος και φωτογράφος, έχει κινηθεί επί δεκαετίες ανάμεσα σε διαφορετικές μορφές έκφρασης, διατηρώντας στο κέντρο τους ένα σταθερό σημείο αναφοράς: Τον άνθρωπο.
Η πορεία του είναι εντυπωσιακά πολυσχιδής. Η δημοσιογραφία τον έφερε κοντά στα γεγονότα και στους ανθρώπους που τα διαμόρφωσαν· η ποίηση του επέτρεψε να κινηθεί προς όσα δεν καταγράφονται εύκολα ως «γεγονότα»· η ζωγραφική και η φωτογραφία άνοιξαν έναν ακόμη χώρο, εκεί όπου η εικόνα αναλαμβάνει όσα η λέξη επιλέγει ή αδυνατεί να πει. Και μέσα σε αυτή τη διαδρομή, έννοιες όπως ο χρόνος, η μνήμη, οι σχέσεις, η απώλεια, η μεταμόρφωση και η σιωπή επιστρέφουν με διαφορετικές μορφές στο έργο του.
Η μεγάλη διάρκεια μιας δημιουργικής ζωής θα μπορούσε εύκολα να οδηγήσει σε έναν απολογισμό. Στην περίπτωση του Γιώργου Δουατζή, όμως, περισσότερο ενδιαφέρον έχει το αντίθετο: η επιμονή της δημιουργίας στο παρόν. Εξακολουθεί να γράφει, να δημοσιεύει, να ζωγραφίζει, να φωτογραφίζει, να παρατηρεί. Και ίσως αυτή η τελευταία λέξη να συνδέει περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη τον δημοσιογράφο με τον ποιητή και τον εικαστικό: Η ανάγκη να κοιτάξει κανείς τον κόσμο αρκετά προσεκτικά ώστε να ανακαλύψει πίσω από το προφανές κάτι που δεν είχε ακόμη ειπωθεί.
Στις «Αντανακλάσεις» συναντάμε τον Γιώργο Δουατζή όχι για να καταγράψουμε μια διαδρομή μεγαλύτερη των πενήντα χρόνων, αλλά για να αναζητήσουμε τις κρυφές συνδέσεις της. Τι κράτησε ο ποιητής από τον δημοσιογράφο και τι ο δημοσιογράφος από τον ποιητή; Πότε η λέξη παραχωρεί τη θέση της στην εικόνα; Τι μπορεί να εκφράσει η σιωπή; Και γιατί η μουσική μοιάζει να επιστρέφει τόσο επίμονα στη ζωή και στην ποίησή του — από τις πρώτες οικογενειακές καταβολές έως τους συνθέτες που εξακολουθούν σήμερα να αναζητούν μουσική μέσα στις λέξεις του; Και, ύστερα από τόσες λέξεις, εικόνες, ήχους, πρόσωπα και συναντήσεις, τι είναι τελικά εκείνο που αξίζει να μείνει;

Η συνέντευξη
Αισθάνομαι μια μικρή αγωνία. Δεν συμβαίνει συχνά να παίρνει κανείς συνέντευξη από έναν έμπειρο δημοσιογράφο, που επί δεκαετίες βρισκόταν στην απέναντι θέση συνομιλώντας με σημαντικές προσωπικότητες της δημόσιας ζωής. Είστε εύκολος συνεντευξιαζόμενος ή ως δημοσιογράφος αξιολογείτε τις ερωτήσεις;
Αυτήν την αγωνία, που αναφέρετε, την είχα πάντα προσεγγίζοντας τους ανθρώπους για μια συνέντευξη και ήταν σωτήρια, διότι με απομάκρυνε από κάθε βεβαιότητα και βελτίωνε την προσπάθειά μου. Λόγω επαγγελματικής… διαστροφής ασυνείδητα αξιολογώ τις ερωτήσεις, αλλά αυτό δεν με καθιστά δύσκολο, μιας και θεωρώ τον διάλογο ένα υπέροχο κλειδί προσέγγισης των ανθρώπων, ιδιαίτερα σήμερα που εν πολλοίς η επικοινωνία έχει μεταλλαχθεί με υποτιθέμενους «φίλους» του διαδικτύου.
Μεγάλο μέρος της ζωής σας ήταν μέσα στις λέξεις, ως δημοσιογράφος, ποιητής και συγγραφέας. Στη δημιουργική σας πορεία προστέθηκαν η φωτογραφία και η ζωγραφική. Αισθανθήκατε ότι η λέξη δεν αρκούσε πια και στραφήκατε στα εικαστικά;
Ξέρετε, είναι φορές που δεν φτάνουν οι λέξεις. Κι εκεί κρύβεται η αγωνία εύρεσης της κατάλληλης λέξης, χωρίς να είναι εφικτός πάντα ο εντοπισμός της. Είναι οι σπάνιες στιγμές μιας μεγάλης συντριβής ή αποκάλυψης. Οι εικαστικές μου αναζητήσεις ίσως δείχνουν την απληστία μου και τη δίψα να εκφραστώ με πολλούς τρόπους. Κυρίως, αγαπώ την αφηρημένη ζωγραφική που ξαμολάει τη φαντασία του δέκτη και εισπράττει μόνον και μόνος αυτός τα δικά του ερεθίσματα. Κάτι που απέχει μακράν από την παραστατική ζωγραφική ή τη φωτογραφική απεικόνιση, οι οποίες συνήθως σου λένε «αυτό που βλέπεις είναι αυτό και όχι κάτι άλλο».
Η δημοσιογραφία ζητά από τον άνθρωπο να παρατηρεί την πραγματικότητα, να αναζητεί το γεγονός, να ρωτά και να αποσαφηνίζει. Η ποίηση, αντίθετα, μπορεί να κατοικεί στην αμφισημία, στο άρρητο, ακόμη και στη σιωπή. Συγκρούστηκαν ποτέ μέσα σας αυτές οι δύο ματιές ή τελικά η μία δίδαξε στην άλλη έναν διαφορετικό τρόπο να βλέπει;
Η δημοσιογραφία «όταν έχεις τα μάτια για να δεις» είναι ένα μεγάλο σχολείο. Σε βάζει στην καρδιά των γεγονότων, σε οδηγεί σε συναντήσεις σημαντικών ανθρώπων που έχουν κάτι να πουν, σε φέρνει σε επαφή με προσωπικότητες που δεν θα γνώριζες σε άλλο επάγγελμα. Όχι μόνον δεν συγκρούστηκαν οι δύο ιδιότητες, αλλά η δημοσιογραφία μεγάλωσε τη ματιά μου για να παράγω ποιητικό και συγγραφικό έργο. Άλλος τρόπος πρόσληψης ο ένας, άλλος ο άλλος και ως προς τη συγγραφή. Δεν ξεχνώ τις νύχτες που επέστρεφα κουρασμένος από την εφημερίδα ή την τηλεόραση και έκλεινα την πόρτα του δημοσιογραφικού κάματου και άνοιγα αυτήν της ποίησης…
Όταν συναντάτε έναν άνθρωπο, ποιος τον παρατηρεί πρώτος; Ο δημοσιογράφος που αναζητεί όσα μπορούν να ειπωθούν ή ο ποιητής που διαισθάνεται όσα μένουν ανείπωτα;
Έχω εκπαιδευτεί με τα χρόνια και στις δυό ματιές. Σπανίως πέφτω έξω στην εκτίμηση που κάνω ταχύτατα παρατηρώντας τη γλώσσα του σώματος, τις εκφράσεις, το βλέμμα ενός ανθρώπου. Αλλά, προφανώς με ενδιαφέρουν τα ανείπωτα, που λέτε, εκεί που οι άνθρωποι φοβισμένοι κρύβουν τις ευαισθησίες τους για να μην εκτεθούν τάχα ως ευάλωτοι. Σε αντίθεση με αυτούς, δεν προσπαθώ ποτέ να κρύψω τις ευαίσθητες πλευρές μου, καθιστώντας με σχεδόν διάφανο, με ακρότατη έκφανση αυτήν της ποιητικής γραφής μου.
Από την πρώτη σας εμφάνιση στα γράμματα το 1971 μέχρι σήμερα μεσολαβεί περισσότερο από μισός αιώνας γραφής. Τι συμβαίνει στη σχέση ενός ποιητή με τη λέξη έπειτα από τόσα χρόνια; Γίνεται πιο αυστηρός, φειδωλός ή πιο ελεύθερος απέναντί της;
Νομίζω, πως οι λέξεις παρότι ρέουν ασυνείδητα πια, υπηρετώντας τα νοήματα που θέλω να εκφράσω, με έχουν κάνει πιο αυστηρό με τον εαυτό μου, όχι μόνο για να βρω τις κατάλληλες λέξεις, αλλά να γίνομαι όλο και λακωνικότερος. Θεωρώ ότι η σημαντική ποίηση, γράφεται με απλές, καθημερινές, εύληπτες λέξεις. Απεχθάνομαι τις λεκτικές ακροβασίες και την επίδειξη, που εντέλει θολώνουν τα νοήματα και γελοιοποιούν τον φερόμενο ποιητή.
Στο έργο σας συναντούμε τίτλους και έννοιες όπως «Αυλακιές», «Οχυρά», «Σχέσεις», «Μεταμόρφωση», «Σιωπή», που σχηματίζουν ένα προσωπικό λεξιλόγιο γύρω από τον χρόνο, τη μνήμη, τις σχέσεις και την ανθρώπινη εμπειρία. Υπάρχουν λέξεις, θέματα ή ακόμη και «εμμονές» που σας ακολουθούν σε όλη σας τη διαδρομή, αλλά μεταμορφώνονται καθώς αλλάζετε κι εσείς;
Εύλογο, νομίζω, να υπάρχουν έννοιες που διατρέχουν τη γραφή μου και εκφράζουν ένα αξιακό σύστημα που υπηρετώ. Σε όλους συμβαίνει αυτό. Δεν μεταμορφώνονται οι έννοιες, αλλά αλλάζει διαρκώς η ματιά μου στην προσπάθεια να προσλάβω αυτό που συμβαίνει και το επερχόμενο. Μια διαρκής ανανέωση της σκέψης, της οπτικής μας στα πράγματα είναι πάντα ζωογόνα. Δεν θεωρώ εύσημο για κάποιον να είναι κολλημένος σε ιδεολογήματα ολόκληρη ζωή. Σε αξίες, ναι. Τα ιδεολογήματα φυλακίζουν τη σκέψη, όπως τα στερεότυπα.
Να σταθούμε στη σιωπή, επειδή επανέρχεται με διαφορετικούς τρόπους στο έργο σας. Για έναν άνθρωπο που έχει ζήσει τόσο έντονα μέσα στον λόγο τι είναι τελικά η σιωπή; Το σημείο όπου τελειώνει ο λόγος ή ένας άλλος, ίσως βαθύτερος, τρόπος να μιλά κανείς;
Έγραψα «μπήκα στη σιωπή να μάθω». Είναι το πεδίο της αυτοσυγκέντρωσης, όπου αφουγκράζεσαι τον εαυτό και τον κόσμο. Μια διαδικασία που πραγματικά μου λείπουν οι λέξεις για να την περιγράψω. Δύσκολες, αλλά γόνιμες στιγμές. Κι αλλού έγραψα « Σιωπή προστάζουν οι σοφοί/ οι απώλειες, οι απουσίες/ Αλαλία, για να μάθεις/ να νιώσεις, να αφουγκραστείς/ Σιωπή, για να μπει στα κύτταρά σου/ η σοφία των αιώνων ήρεμη κι απλή/ σαν υπέροχος οιωνός για τα μελλούμενα/ ακόμα κι όταν δεν υπάρχει μέλλον/ Οι πανάξιες, γόνιμες σιωπές/ με έμαθαν πολλά σημαντικά/ όπως την απειλή που δέχεται/ κάθε αλήθεια απ’ την αναίρεσή της».

Στη ζωγραφική σας υπάρχουν ένταση, χειρονομία, χρώμα, αλλά και χώρος. Όταν ζωγραφίζετε, σκέφτεστε ακόμη με λέξεις; Ή το αντίθετο: Να σιωπήσει για λίγο ο άνθρωπος των λέξεων και να αφεθεί στο χρώμα και στη χειρονομία;
Οι ειδικοί μιλούν για έκφραση του ασυνείδητου στην αφηρημένη ζωγραφική. Ζωγραφίζω ενστικτωδώς. Δεν προσχεδιάζω, δεν προβλέπω. Απλώνω τα χρώματα στον καμβά και σταματώ όταν πλησιάσω αυτό που με ικανοποιεί αισθητικά. Έτσι απλά, βυθισμένος στη σιωπή, για να ακούσω τους ψιθύρους, τις φωνές, τις κραυγές, που βγάζει η εικόνα. Κι όταν αυτά βγαίνουν από τα χέρια σου, η εμπειρία είναι πρωτόγνωρη κάθε φορά.
Στη φωτογραφία δεν δημιουργείτε εξαρχής τον κόσμο, αλλά επιλέγετε τι θα απομονώσετε, τι θα διασώσετε. Τι σας κάνει να σταματήσετε σε μια εικόνα και να αισθανθείτε ότι αυτή η στιγμή, αυτό το βλέμμα, αυτό το ίχνος πρέπει να μείνει;
Στη φωτογραφία, δεν ξέρω τι ακριβώς συμβαίνει. Βαδίζω και ξαφνικά το βλέμμα μου πέφτει σε μια εικόνα που μου λέει «είμαι εδώ». Με ένα κλικ αιχμαλωτίζω μια συγκεκριμένη στιγμή -με τις φωτοσκιάσεις, το χρώμα, την ατμόσφαιρα- που δεν πρόκειται να επαναληφθεί ποτέ ως θύμα του χωροχρόνου που αλλάζει συνεχώς. Πάντα, με επιδίωξη ένα αισθητικό αποτέλεσμα.
Στο έργο σας επανέρχονται η μνήμη, οι σχέσεις, οι συναντήσεις, οι απουσίες, τα ίχνη που αφήνουν οι άνθρωποι. Όσο περνά ο χρόνος, γίνεται η μνήμη ολοένα και περισσότερο υλικό της δημιουργίας; Ή μήπως ο ποιητής οφείλει κάποτε να αντιστέκεται και στη νοσταλγία;
Σπανιότατα νοσταλγώ. Προτιμώ να κοιτάζω μονίμως στο μέλλον. Έγραψα ότι «ως και την τελευταία ημέρα της ζωής μου θα σχεδιάζω την επόμενη». Η λέξη νοσταλγία προέρχεται από τον νόστο, την επιθυμία επιστροφής στην πατρίδα, και από το άλγος, τον πόνο. Πιθανώς, οι άνθρωποι νοσταλγούν όταν οι μέρες τους στο παρόν είναι άδειες. Με τόσες ενασχολήσεις, πού να προλάβω τις επιστροφές στο παρελθόν; Ευτυχώς, δεν γνώρισα ποτέ την πλήξη και την ανία. Όσο για τη μνήμη, αυτή μας τροφοδοτεί με υλικό, είναι η βάση μας να δούμε παρελθόν, παρόν και μέλλον. Πολύ σωστά το είπατε. Δίχως το υλικό της μνήμης, δεν υπάρχει δημιουργία.
Υπάρχει, βέβαια, και η άλλη πλευρά της μνήμης: η λήθη. Για έναν ποιητή είναι σημαντικότερο να διασώσει όσα κινδυνεύουν να χαθούν ή να μπορεί και να αποχωρίζεται; Υπάρχουν πράγματα που χρειάζεται να ξεχάσουμε για να συνεχίσουμε να δημιουργούμε;
Οι αποχωρισμοί, οι απώλειες, οι απουσίες, είναι μέρος τη ζωής μας. Το σύνηθες είναι να απωθούμε όσα μας πλήγωσαν. Είναι ένας αυτόματος εγκεφαλικός μηχανισμός διάσωσης από την οδύνη. Πραγματική λήθη δεν νομίζω ότι υπάρχει. Κλείνουμε συχνά πόρτες και νομίζουμε ότι τελειώσαμε με όσα αποκλείσαμε. Αλλά έρχονται στιγμές που ξεπετάγονται τα δήθεν αποκλεισμένα και πονούν αρκετά. Δίχως οδύνες δεν υπάρχει γέννα και ποιητής μη γόνιμος δεν υπάρχει. Να ξέρατε πόσες πληγές τροφοδότησαν τα μεγαλύτερα ποιήματα…


Να περάσουμε στη μουσική, ως μια ακόμη τέχνη που συνοδεύει τη ζωή και τη μνήμη μας. Ποια θέση έχει στη δική σας ζωή; Υπάρχουν συνθέτες, έργα ή φωνές που έχουν συνδεθεί έντονα με συγκεκριμένες περιόδους ή ανθρώπους ώστε, όταν τα ακούτε σήμερα, να σας επιστρέφουν αμέσως σε αυτούς;
Νομίζω πως δεν θα μπορούσα να ζήσω δίχως μουσική. Είχα την τύχη να διαθέτει ο πατέρας μου μια πλούσια δισκοθήκη με εκλεκτές εκτελέσεις έργων κλασικής μουσικής. Στην εφηβεία μου με εκνεύριζε η ένταση με την οποία άκουγε τα αγαπημένα του έργα, ενώ εγώ ήθελα να ακούω τις επιτυχίες της εποχής, ροκ κ.ά. Κάποια στιγμή που έλειπαν οι γονείς έβαλα μόνος μου στο πικάπ το Missa Solemnis και μαγεύτηκα. Τότε άρχισε ουσιαστικά το ενσυνείδητο μουσικό μου ταξίδι. Ακούω σχεδόν όλα τα είδη με ενδιαφέρον, αλλά ομολογώ, μόνον η κλασική μουσική με συνεπαίρνει. Σας θυμίζω ότι η ποίηση, αλλά και η πεζογραφία συχνά, έχουν αναπόσπαστο στοιχείο τη μουσικότητα, που υφέρπει στους στίχους και τη ροή του λόγου. Και βέβαια, μουσικές συνδέονται με ανθρώπους, καταστάσεις και γεγονότα ζωής. Με σημάδεψε η Κάλας στη Μήδεια, που την είχα δει στην Επίδαυρο ως παιδί. Ο Beethoven, ο Schumann, ο Sibelius, όπως ο Philip Glass και άλλοι σύγχρονοι, καθώς και Έλληνες συνθέτες, μου χάρισαν εξαίσιες στιγμές. Σας θυμίζω επίσης ότι έχουν μελοποιηθεί ποιήματά μου και η σύνδεση με τη μουσική, νομίζω, είναι άκρως επιτυχής.
Μιλώντας για τη μουσική, υπάρχει και μια οικογενειακή διάσταση που δεν έχουμε αγγίξει. Ο ξάδελφός σας, Γιώργος Τσαγκάρης, υπήρξε συνθέτης και άνθρωπος με σημαντική παρουσία στη μουσική ζωή και στο Τρίτο Πρόγραμμα. Θα έλεγε κανείς, λοιπόν, ότι η μουσική κυκλοφορεί κατά κάποιον τρόπο στις οικογενειακές σας φλέβες. Τι θέση είχε ο Γιώργος Τσαγκάρης στη δική σας ζωή; Υπήρξε ανάμεσά σας ουσιαστική καλλιτεχνική ή πνευματική συνομιλία και, τώρα που εκείνος έχει φύγει, τι αισθάνεστε ότι έχει μείνει μέσα σας από τον άνθρωπο και τον μουσικό;
Όντως, υπάρχει μια παράδοση στην οικογένεια. Ο παππούς μου έπαιζε βιολί και γνώριζε τη βυζαντινή μουσική, ο αδελφός του πατέρα μου σπούδαζε στο Εθνικό Ωδείο, αλλά τον πρόλαβε ο θάνατος και ο πρώτος μου ξάδελφος Γιώργος Τσαγκάρης ήταν πράγματι εξέχων συνθέτης. Μεγαλώσαμε μαζί ως συνομήλικοι, ζήσαμε μαζί τις παιδικές, εφηβικές, ώριμες ανησυχίες. Μαζί διαβάσαμε τα πρώτα ποιήματα και φιλοσοφικά κείμενα, συνομιλούσαμε επί της ουσίας και ανταλλάσσαμε απόψεις αμέσως μόλις τελειώναμε ένα έργο και το παρουσίαζε ο ένας στον άλλο. Θα μπορούσα να μιλήσω για μια γόνιμη συνοδοιπορία, φιλία πραγματική. Μου έχει μείνει το κενό της απουσίας και συγκινητικές αναμνήσεις. Τα πρώτα ποιήματα που μελοποίησε με μια κιθάρα αγορασμένη από το Μοναστηράκι, ήταν στο υπόγειο του πατρικού μου, όπου υποτίθεται μελετούσαμε για τις εισαγωγικές στο πανεπιστήμιο, ενώ αυτός μελοποιούσε κι εγώ έγραφα στίχους. Παρά ταύτα, μπήκαμε και οι δύο στο πανεπιστήμιο και συγκατοικήσαμε στη Θεσσαλονίκη. Μην παραλείψω ότι ο Γιώργος έγραψε και υπέροχη ποίηση.
Μια άλλη πολύ στενή φιλία της ζωής σας υπήρξε εκείνη με τον σπουδαίο βιολοντσελίστα Στέλιο Ταχιάτη, που έφυγε πρόσφατα. Μια σχέση που πέρασε και στο έργο σας, αφού ο Στέλιος συμμετείχε με το βιολοντσέλο του στο «Κράτα την Άνοιξη». Ποιος ήταν για εσάς ο Στέλιος πίσω από τον μουσικό που γνώριζε το κοινό; Τι μοιραστήκατε όλα αυτά τα χρόνια και τι είναι εκείνο που σας λείπει περισσότερο σήμερα από τον φίλο σας;
Τον Στέλιο τον γνώριζα από τα χρόνια του Γυμνασίου. Ο Στέλιος ζούσε με την αθωότητα ενός παιδιού, πέρασε δύσκολα χρόνια, έχασε τη γυναίκα του πολύ νωρίς κι έμεινε μόνος με δύο νήπια να τα μεγαλώσει. Ήταν έξοχος μουσικός, είχε γίνει ένα με το τσέλο του. Έπαιζε στο σπίτι μας μάγευε με τον ήχο του. Τον έζησα ως φίλο δεκαετίες, σε χαρές και λύπες. Μου λείπει η ζεστασιά της παρέας του, η παιδικότητά του, που έμεινε με τα χρόνια αλώβητη. Συμπτωματικά, τον είδα πρόσφατα σε ένα βίντεο που χόρευε με τον Άντονυ Κουήν σε μια συναυλία του Μίκη. Δείτε τον από το 1.15 λεπτό να χορεύει τον Ζορμπά.
Ως μουσικός, όταν διαβάζω ποίηση, συχνά «ακούω» τον τρόπο με τον οποίο κινείται ο λόγος: Τις επιταχύνσεις, τις επαναλήψεις, τις εντάσεις, ακόμη και τον ρυθμό μιας φράσης. Εσείς, όταν γράφετε, ακούτε το ποίημα; Σας ενδιαφέρει η ηχητική του υπόσταση ή προκύπτει χωρίς να την επιδιώκετε;
Προκύπτει χωρίς να την επιδιώκω. Αν δεν προκύψει, δεν έχει γραφεί το ποίημα. Όταν «χτενίζω» ένα ποίημα, το διαβάζω πάντα φωναχτά. Έτσι εντοπίζω τις ατέλειές του. Στην περίπτωσή μου, δίχως μουσικότητα -έστω ατονική- ποίηση δεν υπάρχει.
Και ίσως αυτή η μουσικότητα που περιγράφετε να εξηγεί κάτι ακόμη: διαφορετικοί συνθέτες, σε διαφορετικές εποχές, έχουν επιστρέψει στην ποίησή σας και έχουν θελήσει να τη μελοποιήσουν. Αυτή η σχέση παραμένει ζωντανή μέχρι σήμερα — την ερχόμενη Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου, μελοποιημένα ποιήματά σας σε μουσική Δημήτρη Μηνακάκη παρουσιάζονται από τη Sinfonietta Αθηνών υπό τη διεύθυνση του Γιώργου Αραβίδη. Τι πιστεύετε ότι βρίσκουν οι συνθέτες στον ποιητικό σας λόγο και επιστρέφουν τόσο συχνά σε αυτόν; Τι είναι αυτό μέσα στις λέξεις σας που, όπως φαίνεται, ζητά να γίνει μουσική;
Φαντάζομαι, πρωτίστως τους ακουμπάει η ποίησή μου. Ίσως και η μουσικότητα στη ροή των στίχων μου, την οποία προσλαμβάνουν ως μουσικοί. Και με εντυπωσιάζει ότι με έχουν μελοποιήσει άνθρωποι που υπηρετούν τελείως διαφορετικά είδη μουσικής, από κλασική έως ροκ. Σας δίνω τα σχετικά λινκ να τα παραθέσετε αν θέλετε στο τέλος της κουβέντας μας.
Η ζωγραφική και η μουσική μοιάζουν εκ πρώτης όψεως πολύ διαφορετικές τέχνες. Εσείς, που δημιουργείτε εικόνες αλλά ζείτε και μέσα στην ποίηση, έχετε ποτέ αισθανθεί ένα χρώμα ως ήχο ή μια μουσική ως εικόνα; Υπάρχουν τέτοιες «μεταστάσεις» από τη μία τέχνη στην άλλη στον δικό σας δημιουργικό κόσμο;
Φίλος σκηνοθέτης είπε, και νομίζω σωστά, ότι η ζωγραφική μου είναι προέκταση της ποίησής μου. Χρώμα και στίχοι, συνθέτουν το όλον της ανάγκης μου για δημιουργία. Ναι, η μουσική αναβλύζει στον νου μου και στις δύο αυτές εκδοχές έκφρασης.
Έχετε συναντήσει και συνομιλήσει με αναρίθμητους ανθρώπους. Υπάρχουν κάποιες σημαντικές συναντήσεις που εξακολουθούν να σας ακολουθούν επειδή άλλαξε κάτι μέσα σας;
Είναι πολλές συναντήσεις, συνυφασμένες με ιδιαίτερες φάσεις της ζωής μου, οι οποίες συνέβαλλαν στο άπλωμα της σκέψης και της ματιάς μου για τους ανθρώπους και τον κόσμο. Να αναφέρω πρωτίστως τη φιλία μου με τον ποιητή Τάσο Λειβαδίτη. Τον αγαπημένο Κώστα Αξελό. Τους Κωνσταντίνο Τσουκαλά και Νίκο Πουλαντζά που με αγκάλιασαν ως φοιτητή στο Παρίσι. Τον Κώστα Γεωργουσόπουλο που του χρωστώ πολλά. Και άλλους πολλούς. Όλοι έβαλαν με κάποιον τρόπο την ψηφίδα τους στον τρόπο σκέψης μου.
Δεν αναφέρατε ούτε έναν πολιτικό…
Ας μην γκρεμίζουμε είδωλα που έχει ανάγκη ο κόσμος…
Έχω την αίσθηση ότι σε όλη τη διαδρομή σας δεν σας αρκούσε ποτέ η μοναχική πράξη της δημιουργίας. Αναζητήσατε συχνά τη συνάντηση: ποιητών με μουσικούς, δημιουργών μεταξύ τους, του έργου με το κοινό — ακόμη και η διοργάνωση «Είμαστε εδώ, με ποιήματα και μουσική» γεννήθηκε από μια δική σας ιδέα μαζί με τον Κώστα Κρεμμύδα. Έχει για εσάς νόημα η τέχνη αν παραμένει μια απολύτως ιδιωτική υπόθεση; Ή ολοκληρώνεται όταν δημιουργεί έναν δεσμό ανάμεσα στους ανθρώπους;
Η μοιρασιά είναι για μένα κάτι πολύτιμο. Η ποίηση υπάρχει με τον πρώτο αναγνώστη. Εκεί ολοκληρώνεται το έργο, όπως με εσάς τους μουσικούς. Στις εκδηλώσεις που οργανώσαμε στην πλατεία Κλαυθμώνος επί 4 χρόνια, ήρθαν χιλιάδες άνθρωποι να ακούσουν ποιήματα και εξέχοντες μουσικούς. Ήταν μια μαγεία. Ευλογημένη η μοιρασιά…
Και, αντιστρέφοντας την ερώτηση: υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που θα θέλατε πολύ να είχατε συναντήσει και να τους είχατε πάρει συνέντευξη; Ποια η μία ερώτηση που θα τους κάνατε;
Φρειδερίκος Νίτσε και Αλμπέρ Καμύ. Θα ρωτούσα: «Προς τι;». Ίσως απαντούσαν με ένα βλέμμα…
Έχετε ζήσει τη δημοσιογραφία από πολλές διαφορετικές θέσεις και εποχές — στον Τύπο, στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση. Ακόμη θυμάμαι εκείνη την ιστορική συνέντευξη που είχατε πάρει από τη Μελίνα Μερκούρη και, βλέποντας σήμερα πόσο έχει αλλάξει το τοπίο των μέσων, αναρωτιέμαι αν μια δημοσιογραφία με τη δική σας εμπειρία, ποιότητα και αντίληψη δεν μας λείπει περισσότερο από ποτέ. Αν σας πρότειναν σήμερα να επιστρέψετε με μια δική σας εκπομπή, θα το κάνατε; Θα θέλατε να ξαναβρεθείτε ζωντανά απέναντι στο κοινό και στους ανθρώπους που θα επιλέγατε να συναντήσετε;
Ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια, αλλά οι σημερινές συνθήκες όπως έχουν διαμορφωθεί στον χώρο της ενημέρωσης, μου απαγορεύουν κάθε επιστροφή. Αυτό που εισπράττουμε, δεν είναι η δημοσιογραφία και η δεοντολογία της, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων. Βεβαίως θα ήθελα να έκανα μία εκπομπή. Να είστε σίγουρη όμως, ότι κανείς δεν θα ήθελε να τη φιλοξενήσει. Ο φτηνός εντυπωσιασμός, οι άνευ ελέγχου καταγγελίες και η… εισαγγελική νοοτροπία να δικάζουμε από τηλοψίας, είναι μακράν των αξιών μου περί δημοσιογραφίας. Περιπτώσεις σαν τη δική μου, δεν «χωράνε» στο σημερινό τοπίο.


Έχετε δημιουργήσει επί δεκαετίες, κι όμως εξακολουθείτε να γράφετε, να ζωγραφίζετε και να αναζητείτε νέους τρόπους έκφρασης. Όταν αρχίζετε σήμερα ένα καινούργιο έργο, υπάρχει ακόμη η αίσθηση του αγνώστου σε κάθε αρχή ή κάθε νέα δημιουργία κουβαλά αναπόφευκτα μέσα της όλα όσα έχουν προηγηθεί;
Συμβαίνουν και τα δύο. Η αίσθηση του αγνώστου με τις μύριες ανασφάλειες αν θα βγει έργο με λόγο ύπαρξης. Και ναι, όλα όσα έχουν προηγηθεί εμπεριέχονται σε κάθε νέο έργο. Άλλωστε, όλες μου οι γραφές μαζί συνθέτουν ένα μοναδικό ποίημα, αυτό της ίδιας μου της ζωής.
Yπάρχει κάτι που αισθάνεστε ότι δεν έχετε ακόμη καταφέρει να εκφράσετε με όλες τις μορφές τέχνης που υπηρετείτε και εξακολουθεί να σας περιμένει;
Ναι. Το όλον του κόσμου που υπάρχει και επέρχεται. Αλλά οι νηπιακές μου γνώσεις μπροστά στο μέγεθος του ανθρώπινου γνωστικού πεδίου, μάλλον είναι απαγορευτικές. Αυτό δεν αναιρεί τις συνεχείς σισύφειες προσπάθειές μου να κάνω το ανέφικτο εφικτό.
Έπειτα από μια ζωή κατά την οποία παρατηρήσατε τόσο πολύ τους άλλους αισθάνεστε ότι τελικά μάθατε καλύτερα τους ανθρώπους ή ότι όσο περισσότερο τους παρατηρεί κανείς τόσο περισσότερο αντιλαμβάνεται πόσο ανεξάντλητοι παραμένουν;
Ίσως έμαθα τους ανθρώπους σε μεγαλύτερο βαθμό, αλλά σε τόσο μικρό ποσοστό μπροστά στο μέγεθος του απέραντου, του ανεξερεύνητου, του χαώδους της ανθρώπινης ψυχής…
Έχοντας ζήσει μια τόσο πολυσχιδή ζωή και έχοντας υπάρξει μάρτυρας τόσων προσώπων, γεγονότων και εποχών, έχετε σκεφτεί να γράψετε κάποτε την αυτοβιογραφία σας; Θα ήταν, νομίζω, ένα βιβλίο που πολλοί από εμάς θα περιμέναμε με μεγάλο ενδιαφέρον.
Το έχω σκεφτεί. Έχω κάνει κάποια σχεδιάσματα. Αλλά νιώθω τόσο μικρός σε σχέση με το έργο και τη ζωή άλλων ανθρώπων, πράγμα που με αναστέλλει. Ίσως το τολμήσω επιστρατεύοντας όση ματαιοδοξία μου έχει απομείνει. Για να ξέρουν οι επίγονοι.
Θα ήθελα να κλείσουμε αφαιρώντας όλες τις ιδιότητες: Ποιητής, συγγραφέας, δημοσιογράφος, ζωγράφος, φωτογράφος. Αν έπρεπε να μείνει στους ανθρώπους ένα ίχνος από τον Γιώργο Δουατζή, ποιο θα θέλατε να είναι αυτό;
Ίχνος… Μου είχε πει ο πατέρας μου να φροντίσω να μείνει κάποιο ίχνος από το πέρασμά μου στη ζωή, με την έννοια της δημιουργικότητας. Θα ήθελα να σκέπτονται οι επίγονοι ότι ήμουν χρήσιμος έστω και σε έναν άνθρωπο μόνον κι έτσι είχα δικαιολογία ύπαρξης. Και ότι έβαλα με το έργο μου ένα πετραδάκι στη διάσωση της αξιοπρέπειας του πολίτη, στον νέο ανθρωπισμό που τόσο έχει ανάγκη η ανθρωπότητα.
Βιογραφικό Γ. Δουατζή
https://douatzis.gr/viografia/
Ο Στέλιος Ταχιάτης χορεύει τον Ζορμπά με τον Άντονυ Κουήν (από το 1.15 λεπτό):
https://www.youtube.com/watch?v=_P-VDysTT6Y
Μελοποιήσεις
Από τον Λάμπρο Μητρόπουλο:
https://www.youtube.com/watch?v=i8mLRCuiZn0&list=PLR4sREA42ckUn7tqUWve5h7n5cEWGLFGh
Από τον Δημήτρη Μηνακάκη:
https://www.youtube.com/watch?v=Xy0iX9W6r1s
Από τον Χάρη Γιούλη:
https://www.youtube.com/watch?v=3E67Uav3czI&list=OLAK5uy_kj0b00yPvv2oy_Z6sMyNAjTeh68VMgwU4

