classicalmusic.gr

Η κλασική μουσική στην Ελλάδα!

Στέφανος Νάσος

Πιανίστας

Εμφανίζεται ως σολίστ με ορχήστρες αλλά και με συναδέλφους του σε έργα μουσικής δωματίου, συμπράττει με τραγουδιστές, ενώ ενίοτε δίνει επίσης σολιστικά ρεσιτάλ. Το ρεπερτόριό του εκτείνεται από την εποχή του μπαρόκ έως τις ημέρες μας, ενώ τα τελευταία χρόνια επικεντρώθηκε στη σύγχρονη μουσική, τόσο την εγχώρια όσο και τη διεθνή, με δεκάδες πρώτες εκτελέσεις στο ενεργητικό του. Οι σπουδές τον οδήγησαν σε διάφορα μέρη του κόσμου, μεταξύ άλλων σε Ιαπωνία, Φινλανδία, Γερμανία, Ιταλία και Ρωσία. Επέστρεψε στην Αθήνα το 2009, αναλαμβάνοντας τις Εκδόσεις Νάσου και θέτοντας βάσεις για περαιτέρω συνεργασίες σε τακτική βάση με κορυφαίους Έλληνες συναδέλφους, όπως το Ergon Ensemble και το Piandaemonium. Από το 2012 ως το 2019 διοργάνωσε τον κύκλο συναυλιών «Το piano στα forte του». Από το 2022 διδάσκει σύγχρονο πιάνο στην Musikene, τη μουσική ακαδημία του Σαν Σεμπαστιάν στην Ισπανία. Τα εξωμουσικά ενδιαφέροντά του –συχνά σε σύνδεση με τη μουσική– περιλαμβάνουν τη μαγειρική, τη συγγραφή, τις ξένες γλώσσες και τα ταξίδια. Εκφράζεται τακτικά στο διαδίκτυο για πολιτιστικά θέματα χωρίς ενδοιασμούς.

Ιλιγγιώδης αταξία

Στέφανος Νάσος

Πιανίστας

György Ligeti

Ένας από τους πιο επιδραστικούς δημιουργούς του 20ού αιώνα ήταν ο György Ligeti (1923-2006). Γεννημένος στη Ρουμανία, ο Ούγγρος συνθέτης παρουσίασε στα έργα του ένα κράμα πρωτοπορίας από τη μία πλευρά και επιρροής της λαϊκής μουσικής από την άλλη. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του, διεξήγαγε εθνικομουσικολογική έρευνα στην ουγγρική λαϊκή μουσική της Τρανσυλβάνιας. Αργότερα δίδαξε στην Ακαδημία Liszt της Βουδαπέστης. Εκείνη όμως την εποχή στην κομμουνιστική Ουγγαρία, η προσέγγιση της πρωτοπορίας ήταν ανέφικτη. Ανακάλυψε την πρωτοπορία όταν απέδρασε στη Δύση, αρχικά στη Βιέννη και κυρίως, στην Κολωνία. Εκεί εργάστηκε μεταξύ άλλων στο Στούντιο ηλεκτρονικής μουσικής της Ραδιοφωνίας της Δυτικής Γερμανίας (WDR), μαζί με τον Karlheinz Stockhausen και τον Gottfried Michael Koenig. Από το 1973 δίδαξε Σύνθεση στην Ανωτάτη Σχολή Μουσικής και Θεάτρου στο Ανόβερο.

Όλα τα παραπάνω, ακόμα πιο αναλυτικά μπορεί να τα βρει ο αναγνώστης σε αρκετές ιστοσελίδες στο διαδίκτυο, εδώ ένα παράδειγμα (https://en.gyorgy-ligeti.com/). Εξάλλου, δεν είναι σκοπός αυτών των κειμένων η παρουσίαση ενός συνθέτη ή μια αναλυτική βιογραφία. Μόνο για τα βραβεία που έλαβε στην καριέρα του θα χρειαζόμασταν μερικές παραγράφους…

Ο Ligeti έγινε διάσημος στο ευρύ φιλότεχνο κοινό από έργα του που χρησιμοποιήθηκαν στον κινηματογράφο, κυρίως δε, από τον Stanley Kubrick σε τρεις από τις ταινίες του. Η χρονολογικά παλαιότερη 2001 Η οδύσσεια του διαστήματος, περιλαμβάνει αποσπάσματα από τρία έργα του συνθέτη: Atmospheres (1961) για ορχήστρα, Requiem (1963-65) για σολίστ, χορωδία και ορχήστρα, Lux aeterna (1966) για χορωδία. Ο σκηνοθέτης χρησιμοποίησε επίσης, μια ηλεκτρονικά αλλοιωμένη εκδοχή του έργου Aventures  (1962) για τρεις φωνές και ενόργανο σύνολο. Λίγα χρόνια αργότερα, στην ταινία Η λάμψη ακούγονται αποσπάσματα από το Lontano (1967) για ορχήστρα. Κοινό χαρακτηριστικό αυτών των συνθέσεων είναι η λεγόμενη «μικροπολυφωνία»*, όρος του ίδιου του συνθέτη, όπου σημασία δεν έχει η μελωδία ή ο ρυθμός, αλλά το ηχόχρωμα. Τέλος, στο κύκνειο άσμα του σκηνοθέτη, Μάτια ερμητικά κλειστά έγινε διάσημο το δεύτερο μέρος του έργου Musica Ricercata (1953) για πιάνο.  

Φτάνουμε λοιπόν, 32 χρόνια μετά τη Musica Ricercata, στο επόμενο έργο του για πιάνο, και το πιθανώς πιο επιδραστικό έργο για πιάνο του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα, που είναι οι σπουδές του. Καταχωρημένες σε τρεις τόμους, γράφτηκαν σε ένα διάστημα 16 ετών, από το 1985 ως το 2001. Ο πρώτος τόμος –που εκδόθηκε από τον Schott αρχικά σε χειρόγραφη (!) μορφή– περιλαμβάνει τις έξι πρώτες: Désordre, Cordes à vide, Touches bloquées, Fanfares, Arc-en-ciel, Automne à Varsovie. Ο δεύτερος τόμος περιλαμβάνει οκτώ κομμάτια: Galamb borong, Fém, Vertige, Der Zauberlehrling, En suspens, Entrelacs, L’escalier du diable, Coloana infinită. Ο τρίτος και λιγότερο γνωστός έχει τις τελευταίες τέσσερις σπουδές: White on White, Pour Irina, À bout de souffle, Canon.

Οι σπουδές για πιάνο κάποτε ήταν κομμάτια εξάσκησης, ενδυνάμωσης των χεριών/δακτύλων, απλές πρακτικές ασκήσεις. Αυτό άλλαξε πρωτίστως από τον Chopin, ο οποίος τις έκανε μουσικά έργα άξια λόγου, μνημόνευσης και παρουσίασης σε συναυλία. Αρκετοί κατόπιν, έγραψαν σημαντικές συλλογές σπουδών, αλλά στον 20ό αιώνα, αυτό το είδος φόρμας φάνηκε να ξεπερνιέται. Από την άλλη, σημαντικοί συνθέτες έγραψαν σπουδές τόσο στις αρχές του 20ού αιώνα όσο και αργότερα χωρίς να έχουν μεγάλη απήχηση, με πιθανή εξαίρεση τον Σεργκέι Ραχμάνινωφ (Études-tableaux op. 33 και op. 39): στο πιανιστικό επίπεδο δεν προσέφεραν κάτι καινούριο. Ακόμα κι οι σπουδές του Αλεξάντρ Σκρυάμπιν, που απλώνονται σε τρεις συνεχόμενες δεκαετίες, παραμένουν σε μεγάλο ποσοστό ρομαντικές.

© Co Broerse

Στην πρώτη κατηγορία, ιδιαίτερη θέση ως ανανεωτές της τεχνικής του πιάνου έχουν οι Claude Debussy (12 σπουδές σε δύο τόμους -1915), Béla Bartók (Τρεις σπουδές op. 18 -1918), και Ιγκόρ Στραβίνσκυ (Τέσσερις σπουδές op. 7 -1908). Από τα μέσα περίπου του αιώνα και μετά έχουν συνθέσει σπουδές για πιάνο ο Νίκος Σκαλκώτας (1941) [http://users.uoa.gr/~foulias/txtf/Skalkottas_etudes.htm], ο σπουδαίος Olivier Messiaen (Τέσσερις σπουδές ρυθμού), ο πρωτοπόρος John Cage (Etudes Australes και Etudes Boreales), o Einojuhani Rautavaara (1969), και ο William Bolcom. Ο τελευταίος μάλιστα, έγραψε δύο συλλογές εκ των οποίων η δεύτερη (12 νέες σπουδές για πιάνο) έχει λάβει το βραβείο Pulitzer της μουσικής το 1988. Αξίζει τέλος, να αναφερθούν εδώ οι Έξι σπουδές σε ελληνικούς λαϊκούς ρυθμούς [https://www.youtube.com/watch?v=unH8Tyo_QNM] του Γιάννη Κωνσταντινίδη (1958) και οι Σπουδές σύνθεσης op. 32 [https://www.youtube.com/watch?v=vgoulreZd8A] του Γιώργου Σισιλιάνου (1974).

O Ligeti λοιπόν, φαίνεται πως έδωσε νέα πνοή στο είδος, καθώς οι σπουδές του διαδόθηκαν πολύ γρήγορα στον πιανιστικό κόσμο. Ακόμα και καταξιωμένοι –και πιο ηλικιωμένοι πιανίστες– ασχολήθηκαν με τις σπουδές του με τον έναν ή άλλο τρόπο. Γενικώς, πρόκειται για κομμάτια αυξημένης πολυπλοκότητας, που περιλαμβάνουν νέες πιανιστικές δυσκολίες. Προ(σ)καλούν σε αρκετές περιπτώσεις, τον πιανίστα να ξεμάθει αυτά που ήξερε, και να ξεκινήσει –σαν παιδί– από την αρχή. Ο συνδυασμός των δύο χεριών απαιτεί ενίοτε εβδομάδες ή ακόμα και μήνες μελέτης, καθώς δεν υπάρχει το τετράγωνο μέτρο των προηγούμενων εποχών. Ο παλμός είναι ρευστός, ενώ η απουσία επαναλαμβανόμενων ρυθμικών μοτίβων δε βοηθάει ιδιαίτερα. Συχνά ακούει ο ακροατής σχεδόν όμοια μοτίβα, που περιλαμβάνουν όμως μικρές διαφορές μεταξύ τους. Η επίδραση που είχε η μελέτη των αφρικανικών πολυρυθμών, φτάνει τη «μικροπολυφωνία» του σε νέα επίπεδα. Ο συνθέτης ισχυριζόταν χαρακτηριστικά, ότι αυτή η ρυθμική πολυπλοκότητα προέρχεται από δύο πολύ διαφορετικές πηγές έμπνευσης: τη ρομαντική μουσική για πιάνο των Σοπέν και Σούμαν και τη μουσική της υποσαχάριας Αφρικής. Ακόμα και σπουδές αργές, φαινομενικά απλές, χρειάζονται προσεκτική προσέγγιση λόγω των περίπλοκων τονισμών και ρυθμών. Τολμώ δε, να πω, πως μερικές φορές οι σπουδές φέρνουν ακόμα και το όργανο στα όριά του: παράδειγμα οι ακραίες δυναμικές, που μπορεί να φτάσουν και στα 8 forte ή 8 piano (ffffffff pppppppp!) ή τα ακραία γρήγορα tempi σε επαναληπτικό παίξιμο ίδιων πλήκτρων όπου η επαναφορά του σφυριού ή/και του πλήκτρου στο πιάνο είναι πιο αργή από το χέρι του πιανίστα –ειδικά σε κακοσυντηρημένα όργανα.

Η επιμονή του Ligeti στις σχεδόν απάνθρωπες γρήγορες ενδείξεις του tempo αποτελούν ένα εμπόδιο για όποια/ον θέλει να μελετήσεις τις σπουδές αυτές. Βέβαια, δεν είναι όλες το ίδιο δύσκολες, ούτε απαιτούν τον ίδιο χρόνο εργασίας. Μεταξύ των –σχετικά πάντα– απλούστερων συγκαταλέγονται για παράδειγμα οι υπ’ αρ. 2, 5, 8, 11, 16. Από τις πιο απαιτητικές θεωρούνται οι υπ’αρ. 1, 7, 9, 13, 14. Πιο γνωστές είναι η 4η σπουδή (Φανφάρες), πιθανώς το πιο πολυπαιγμένο έργο σύγχρονης μουσικής για πιάνο, η 6η (Φθινόπωρο στη Βαρσοβία), και η 10η (Ο μαθητευόμενος μάγος). Σχετικά άγνωστες, ακόμα και μεταξύ των πιανιστών, παραμένουν οι σπουδές του τρίτου τόμου δυστυχώς.

Προτείνω τις εξής ηχογραφήσεις προς ακρόαση. Για κάτι πιο ανθρώπινο υπάρχουν η Idil Biret (σπουδή 12), ο Volker Banfield (σπουδή 5), και ο Fredrik Ullén (σπουδή 14). 

Στις πιο εξωπραγματικές αναγνώσεις ανήκουν αυτές του Δημήτρη Βασιλάκη (σπουδές 1, 4, 11, 17, 18) και του Pierre-Laurent Aimard.

Παραθέτω επίσης ένα εκπληκτικό και ευφάνταστο σετ του Γιώργου Κωνσταντίνου με τέσσερις σπουδές και μερικά Játékok [Παιχνίδια] του Kurtág ενδιάμεσα από συναυλία του 2008, και την 13η από δική μου ζωντανή ηχογράφηση του 2002.

Μετά τον Ligeti, πολλοί συνθέτες έγραψαν συλλογές σπουδών μικρής, μεγάλης ή ακόμα και υπερβατικής δυσκολίας. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται οι Hans Abrahamsen, Unsuk Chin, Pascal Dusapin, Thierry Escaich, Ivan Fedele, Philipp Glass, Toshio Hosokawa, Νικολάι Καπούστιν, Bruno Mantovani, Βάσος Νικολάου, Karen Tanaka, Kevin Volans… Είναι πιθανό να μου διαφεύγουν ακόμα κάποιες και κάποιοι.

* Η μικροπολυφωνία, όπως εννοείται από τον Ligeti, είναι ένα είδος πολυφωνικής υφής όπου πυκνοί κανόνες κινούνται σε διαφορετικό tempo. Με τα λόγια του συνθέτη: «… δεν μπορείς να ακούσεις πραγματικά την πολυφωνία, τον κανόνα. Ακούς ένα είδος αδιαπέραστης υφής, κάτι σαν έναν πολύ πυκνά υφασμένο ιστό αράχνης. … Η πολυφωνική δομή δεν είναι εμφανής, δεν μπορείς να την ακούσεις˙ παραμένει κρυμμένη σε έναν μικροσκοπικό υποβρύχιο κόσμο, για εμάς αόρατη.»

Στέφανος Νάσος

Πιανίστας

Εμφανίζεται ως σολίστ με ορχήστρες αλλά και με συναδέλφους του σε έργα μουσικής δωματίου, συμπράττει με τραγουδιστές, ενώ ενίοτε δίνει επίσης σολιστικά ρεσιτάλ. Το ρεπερτόριό του εκτείνεται από την εποχή του μπαρόκ έως τις ημέρες μας, ενώ τα τελευταία χρόνια επικεντρώθηκε στη σύγχρονη μουσική, τόσο την εγχώρια όσο και τη διεθνή, με δεκάδες πρώτες εκτελέσεις στο ενεργητικό του. Οι σπουδές τον οδήγησαν σε διάφορα μέρη του κόσμου, μεταξύ άλλων σε Ιαπωνία, Φινλανδία, Γερμανία, Ιταλία και Ρωσία. Επέστρεψε στην Αθήνα το 2009, αναλαμβάνοντας τις Εκδόσεις Νάσου και θέτοντας βάσεις για περαιτέρω συνεργασίες σε τακτική βάση με κορυφαίους Έλληνες συναδέλφους, όπως το Ergon Ensemble και το Piandaemonium. Από το 2012 ως το 2019 διοργάνωσε τον κύκλο συναυλιών «Το piano στα forte του». Από το 2022 διδάσκει σύγχρονο πιάνο στην Musikene, τη μουσική ακαδημία του Σαν Σεμπαστιάν στην Ισπανία. Τα εξωμουσικά ενδιαφέροντά του –συχνά σε σύνδεση με τη μουσική– περιλαμβάνουν τη μαγειρική, τη συγγραφή, τις ξένες γλώσσες και τα ταξίδια. Εκφράζεται τακτικά στο διαδίκτυο για πολιτιστικά θέματα χωρίς ενδοιασμούς.

Κύλιση στην κορυφή