classicalmusic.gr

Η κλασική μουσική στην Ελλάδα!

Πέτερ Κράουζε

Kριτικός όπερας, μουσικός δημοσιογράφος και πανεπιστημιακός

Ο Πέτερ Κράουζε είναι Γερμανός κριτικός όπερας, μουσικός δημοσιογράφος και πανεπιστημιακός με έδρα το Αμβούργο. Ως μουσικολόγος διδάσκει πολιτιστική δημοσιογραφία και ιστορία της όπερας στην Ανώτατη Σχολή Μουσικής και Θεάτρου Αμβούργου. Παράλληλα, είναι εκδότης της εφημερίδας zwoelf και διευθύνει τη σειρά εκδηλώσεων junges forum Musik + Theater. Ιδιαίτερη έμφαση δίνει στην υποστήριξη νέων καλλιτεχνών και στη διάδοση της κλασικής μουσικής. Η δράση του συνδυάζει την επιστημονική εξειδίκευση με την πρακτική πολιτιστική διαμεσολάβηση.

Με τη Λύρα στον Έλβα – Επιτυχημένο ντεμπούτο της ΚΟΘ στο Αμβούργο

Πέτερ Κράουζε

Kριτικός όπερας, μουσικός δημοσιογράφος και πανεπιστημιακός

© Κ.Ο.Θ. Yannis Gutmann

Από τότε που η Elbphilharmonie άνοιξε τις πύλες της στο κοινό τον Ιανουάριο του 2017 (έπειτα από χρόνια καθυστερήσεων και τεράστιων, πραγματικά σκανδαλωδών υπερβάσεων κόστους για το εντυπωσιακό αυτό οικοδόμημα), το μέγαρο συναυλιών στο λιμάνι του Αμβούργου υπήρξε και παραμένει πόλος έλξης για κορυφαίες διεθνείς ορχήστρες. Πρώτες φιλοξενήθηκαν τότε η Συμφωνική Ορχήστρα του Σικάγο (Chicago Symphony Orchestra) και η Φιλαρμονική της Βιέννης (Wiener Philharmoniker). Έκτοτε, κάθε καλλιτεχνική περίοδος εδώ μοιάζει με παρέλαση εξαίρετων μουσικών συνόλων — είτε προέρχονται από το κοντινό Βερολίνο, την λίγο πιο μακρινή Δρέσδη ή το ακόμη πιο απομακρυσμένο Μόναχο, είτε ταξιδεύουν από το Λονδίνο ή τη Νέα Υόρκη στη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Γερμανίας. Έχει πλέον καταστεί απλώς ζήτημα κύρους για το «who is who» της ορχηστρικής σκηνής να καταθέτει ακριβώς εδώ τη δική του καλλιτεχνική «κάρτα».

Ωστόσο, η αρχιτεκτονικά διεγερτική Μεγάλη Αίθουσα κάθε άλλο παρά ακουστικό δώρο αποτελεί για τους μουσικούς που εμφανίζονται σε αυτήν: η διαύγεια της Elbphilharmonie αποκαλύπτει αμείλικτα ακόμη και την παραμικρή εκτελεστική ανακρίβεια· ένας «επιεικής» συγκερασμένος ήχος, που χαρακτηρίζει τους παραδοσιακούς ναούς της μουσικής, δύσκολα επιτυγχάνεται εδώ. Ο σερ Simon Rattle είχε αποκαλέσει την ακουστική «tricky» (ύπουλη). Μια ορχήστρα όμως που γνωρίζει να προσαρμόζεται στις σύνθετες συνθήκες της αίθουσας, που μειώνει τις δυναμικές και κατορθώνει να συμφιλιώσει τη λεπτότητα με την ένταση, μπορεί πράγματι να επιτύχει θαύματα και να αναδείξει τις δικές της αρετές στο έπακρο.

© Κ.Ο.Θ. Yannis Gutmann

Μετά το εντυπωσιακά καθυστερημένο ντεμπούτο της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης στην Elbphilharmonie την περασμένη Κυριακή (22.2), θα μπορούσε κανείς να αναφωνήσει: «Επιτέλους». Οι Έλληνες έλειπαν έως τώρα από αυτή τη σκηνή· κανένας από τους δύο μεγάλους διοργανωτές συναυλιών — η δημοτική «Hamburg Musik» και η ιδιωτική «Konzertdirektion Dr. Rudolf Goette» — δεν είχε προσκαλέσει ως σήμερα το ελληνικό σύνολο. Μόλις τώρα οι νεαροί Βερολινέζοι παραγωγοί της Concerts Pamploma αναγνώρισαν το δυναμικό της εξαιρετικής αυτής ορχήστρας — και φρόντισαν για το ντεμπούτο της στον Έλβα.

Η πρώτη εντύπωση: πρόκειται για μια ορχήστρα με έντονο χαρακτήρα — σκοτεινή, θερμή και γειωμένη στη βασική της ηχητική θεμελίωση, κι όμως θαυμάσια διαυγής στη λεπτοζυγισμένη ισορροπία των ομάδων της· μουσικά «αναπνέουσα» συλλογικά στη διαμόρφωση της ερμηνείας, συνδυάζοντας αρμονικά τις εξέχουσες ατομικές επιδόσεις, όπως εκείνες των απολαυστικών ξύλινων πνευστών (όμποε, κλαρινέτα, φαγκότα!), με τα έγχορδα· ευέλικτη στις εναλλαγές ανάμεσα σε εξαίσια δουλεμένα pianissimi και σε ισχυρές ηχητικές εκρήξεις.

© Κ.Ο.Θ. Yannis Gutmann

Το πραγματικά ευφραντικό στοιχείο αυτής της συναρπαστικής βραδιάς, ωστόσο, ήταν το ίδιο το πρόγραμμα, που σε καμία περίπτωση δεν ακολουθούσε τα αναμενόμενα πρότυπα, αλλά διαρκώς προσέφερε ακουστικές εκπλήξεις και ανάλογη ένταση. Η «Δωδεκανησιακή Σουίτα αρ. 1» του Γιάννη Κωνσταντινίδη (1903–1984) λειτούργησε από την αρχή της βραδιάς ως γενναιόδωρη κατάθεση της καλλιτεχνικής ταυτότητας της ορχήστρας. Πιο επιδέξια δεν θα μπορούσε κανείς να αγκαλιάσει το κοινό του. Στο έργο αυτό, η αυθεντική ελληνική ταυτότητα συνδυάζεται επιτυχώς με τη κεντροευρωπαϊκή ευρύτητα: αναφορές στην αρχαϊκή αύρα της αρχαιότητας συναντούν ιμπρεσιονιστικά χρωματικά παιχνίδια· μοτίβα της παραδοσιακής μουσικής συναντούν στοιχεία τζαζ· φυσιολατρική έκσταση συναντά κινηματογραφικές ηχητικές εικόνες. Η Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης διερεύνησε με λεπτότητα αυτή τη συνεπή συγχώνευση ετερογενών ηχητικών κόσμων. Ο νους πήγαινε συχνά σε παρόμοια συνθετικά πειράματα του Béla Bartók ή του Igor Strawinsky. Η χαρά της ορχήστρας μετατράπηκε σύντομα σε ακουστική απόλαυση για το κοινό.

Σαν να ήθελε να ακολουθήσει τον μίτο της Αριάδνης από αυτή την αρχή, ο συνθέτης-πιανίστας Fazıl Say, που δεν ήταν παρών στη συναυλία, φάνηκε στο «Κοντσέρτο για Αρχαία Λύρα op. 122 “Μπαλάντα της Εφέσου”» να εμπνέεται από τη συνήχηση των χρονικά απομακρυσμένων στοιχείων. Η γερμανική πρώτη εκτέλεση του έργου, γραμμένου για τη λύρα ως τη μεγάλη αρχαία μητέρα τόσων κλασικών οργάνων (από την άρπα και το βιολί μέχρι το βιολοντσέλο και το πιάνο), συνέδεσε κατά κάποιον τρόπο την αρχαιολογία με την πρωτοπορία. Ο σολίστ Νίκος Ξανθούλης στη λύρα και τη μπάσο-λύρα εξήγησε γοητευτικά τις ιδιαιτερότητες του λεπτεπίλεπτου οργάνου του, το οποίο ενισχυόταν ηλεκτρονικά σε συνδυασμό με τη μεγάλη ορχήστρα. Η τεχνική παιξίματος με πλήκτρο έγινε κατανοητή μόνο μέσω της σύγκρισης αρχαίων απεικονίσεων του οργάνου: ηχητική αρχαιολογία με την καλύτερη έννοια. Ο Say συνδυάζει στο επεισοδιακά ποικίλο έργο του την απλότητα της λύρας με ένα μινιμαλιστικό-λαογραφικό ορχηστρικό υπόστρωμα, ώστε ο Ξανθούλης να αναπτύξει ιδανικά το έντονα «οπερατικό» τονικό φάσμα του οργάνου του. Ακούγονται επίσης οι αρχαίοι τρόποι της Ανατολής — ιωνικός, φρυγικός, αιολικός. Ο Say, ο Ξανθούλης και η Ορχήστρα έγιναν πρεσβευτές μιας πολιτιστικής ιστορίας χιλιετιών που μουσικά δεν γνωρίζει σύνορα.

© Κ.Ο.Θ. Yannis Gutmann

Σε αυτή τη δραματουργικά τόσο ευφυή και εμπνευσμένη βραδιά, ακόμη και τα πιο παραδοσιακά έργα του προγράμματος δεν ακούστηκαν καθόλου συμβατικά. Στο Πρώτο Κοντσέρτο για βιολοντσέλο του Camille Saint-Saëns πριν από το διάλειμμα, ο στυλιστικά βέβαιος σολίστ Jeremias Fliedl επέλεξε την ακριβή ηχητική άρθρωση αντί για μια νεφελώδη, πληθωρική ευηχία. Ο λεπτός του ήχος διαθέτει διακριτική κομψότητα. Ο Αυστριακός τσελίστας μοιάζει να θέλει να αποδείξει με το παίξιμό του: το λιγότερο είναι περισσότερο.

Στο τελευταίο έργο της βραδιάς έγινε σαφές γιατί οι καλεσμένοι από την Ελλάδα είχαν φέρει μαζί τους έναν παλαιό Δάσκαλο στο πόντιουμ. Ο Thomas Sanderling συνδεόταν με ιδιαίτερη φιλία με τον Dmitri Schostakowitsch, ο οποίος, μετά τη γνωριμία τους στη Μόσχα, είχε αναθέσει στον τότε νεαρό μαέστρο τις γερμανικές πρώτες εκτελέσεις αρκετών συμφωνιών του. Αυτήν ακριβώς την εμπειρία μετέφερε τώρα ο Sanderling στην ευχάριστα νηφάλια, σχεδόν κλασικιστικά καθαρή και σφιχτά διευθυνόμενη ερμηνεία της Ένατης του Σοστακόβιτς. Στις προσδοκίες να γράψει, στο τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, μια φανφάρα προς τιμήν του δολοφονικού σοβιετικού ηγέτη, ο συνθέτης απάντησε με τον δικό του τολμηρό σαρκασμό και με ένα χορευτικά ανάλαφρο, ζωηρό μι ύφεση μείζονα, χωρίς τη συνήθη πένθιμη σκοτεινιά του. Η Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης απέδωσε αυτές τις αποχρώσεις με όλη της την κλάση, την προσωπικότητα και τη χαρούμενη επίγνωση εκείνης της διαλεκτικής που χαρακτηρίζει τη μεγάλη τέχνη.

© Κ.Ο.Θ. Yannis Gutmann

Πέτερ Κράουζε

Kριτικός όπερας, μουσικός δημοσιογράφος και πανεπιστημιακός

Ο Πέτερ Κράουζε είναι Γερμανός κριτικός όπερας, μουσικός δημοσιογράφος και πανεπιστημιακός με έδρα το Αμβούργο. Ως μουσικολόγος διδάσκει πολιτιστική δημοσιογραφία και ιστορία της όπερας στην Ανώτατη Σχολή Μουσικής και Θεάτρου Αμβούργου. Παράλληλα, είναι εκδότης της εφημερίδας zwoelf και διευθύνει τη σειρά εκδηλώσεων junges forum Musik + Theater. Ιδιαίτερη έμφαση δίνει στην υποστήριξη νέων καλλιτεχνών και στη διάδοση της κλασικής μουσικής. Η δράση του συνδυάζει την επιστημονική εξειδίκευση με την πρακτική πολιτιστική διαμεσολάβηση.

Κύλιση στην κορυφή