
Τις μέρες που μόλις πέρασαν η Μουσική βρήκε για λίγο κάτι από έναν παλιό της ρόλο: Αυτόν που είχε πολύ πριν το ραδιόφωνο και τους δίσκους, τότε που κυρίως υπήρχε μέσα από τις συναυλίες στις αίθουσες. Τότε που παιζόταν μόνο ζωντανά και δεν υπήρχε άλλος τρόπος να την ακούσεις.
Τις ημέρες των εορτών η συμπεριφορά και η σύνθεση του κοινού των συναυλιών αλλάζουν. Υπάρχουν περισσότεροι ακροατές που έρχονται καλύτερα ντυμένοι και με μεγαλύτερη διάθεση. Η όλη ατμόσφαιρα παίρνει κάτι από το κλίμα των ημερών και η συναυλία αποκτά πάλι εκείνο το παλιό στοιχείο κάποιας επισημότητας. Η παρακολούθηση δεν είναι το «βαρετό πολιτιστικό καθήκον» -φράση που κάποτε είπε ο Μίλτος Λογιάδης- αλλά συμμετοχή σε κάτι το ιδιαίτερο.
Τί σημαίνει όλο αυτό; Η πρώτη άμεση συνέπεια είναι ότι τις ημέρες των εορτών τα εισιτήρια που πωλούνται είναι το μεγαλύτερο ποσοστό σε σχέση με όλη την υπόλοιπη χρονιά. Ο Τίτος Γουβέλης από την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών λέει ότι τις ημέρες των εορτών πάντοτε αφήνουν ένα περιθώριο για μια επανάληψη του προγράμματος την οποία κάνουν αν οι πωλήσεις δείχνουν ότι τα εισιτήρια εξαντλούνται. Συμβαίνει εδώ ό,τι και στην υπόλοιπη αγορά και εύκολα καταλαβαίνουμε πόσο σημαντικό είναι τα οικονομικά των ορχηστρών και των φορέων. Η ατμόσφαιρα της αίθουσας επηρεάζει θετικά τους καλλιτέχνες: «Παίζουμε με περισσότερο κέφι και δεν είναι μόνο τα γεμάτα καθίσματα», λένε.
Από την άλλη πολλοί από τους «γνωρίζοντες», τους συστηματικούς και πιο μόνιμους ακροατές, θεωρούν αυτά τα εορταστικά προγράμματα κάπως βαρετά και επιφανειακά. Κάποια ελάχιστα (αλλά πάντα γνωστά) έργα που ξεφεύγουν (Bach, Vivaldi, Mozart ή μαδριγάλια) είναι οι εξαιρέσεις. Η αλήθεια είναι ότι ο προγραμματισμός αυτών των συναυλιών είναι περίπου δεδομένος. Υπάρχουν τα έργα και τα στιλ που εδώ και χρόνια μαζεύουν τον κόσμο και κόβουν τα εισιτήρια. Αυτά παίζονται -για μια ακόμη φορά- και η επιτυχία θεωρείται δεδομένη.
Δεν θα μπορούσε όμως να είναι και αλλιώς. Συναυλίες ή προγράμματα που στοχεύουν μεγάλους αριθμούς οφείλουν να λάβουν υπ’ όψη τα γούστα των εν δυνάμει ακροατών. Από την άλλη υπάρχει και μια μεγάλη σειρά εκδηλώσεων χωρίς εισιτήριο. Εδώ πολλές φορές βλέπουμε επιλογές που για τους πιο απαιτητικούς έχουν περισσότερο ενδιαφέρον. Χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα τα όσα έγιναν φέτος στο Φουαγιέ των Μουσών του Μεγάρου Μουσικής. Έτσι αν τη μερίδα του λέοντος την έχουν τα γνωστά, υπάρχουν και άλλες επιλογές. Αρκεί κάποιος να ψάξει λίγο παραπάνω…
Κλείνοντας θα ήθελα να επισημάνω πως η σύνδεση της συναυλιακής μουσικής με την ευρύτερη κοινωνία είναι κάτι το καλό και πάντα χρειάζεται. Ειδικά σε μια χώρα όπως η δική μας όπου οι λαϊκίστικες απόψεις για την «ξενόφερτη μουσική των ελίτ» έχουν μεγάλη πέραση ακόμα και ανάμεσα στα μορφωμένα στρώματα.
Ραντεβού πια στο τέλος του ’26. Μέχρι τότε καλές ακροάσεις!
