Η πιανίστρια Ναταλία Γιαννάκη με σπουδές στην Ελλάδα και την Αυστρία, διεθνείς διακρίσεις και ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις ρομαντικές μεταγραφές έργων του Μπαχ, μιλά για τη διαδρομή της στη μουσική και τις εμπειρίες που τη διαμόρφωσαν. Θυμάται το άγχος και τη χαρά των πρώτων εμφανίσεων, εξηγεί τι την ελκύει στη σκοτεινή πλευρά του Σκριάμπιν και μοιράζεται τις σκέψεις της και τους στόχους της.

Πότε και πώς ήρθατε για πρώτη φορά σε επαφή με τη μουσική;
Θα μπορούσα να πω ότι η πρώτη φορά ήταν έμμεση και ακούσια, καθώς συνέβη κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της μητέρας μου, η οποία συνήθιζε να ακούει μουσική στο ραδιόφωνο κάθε απόγευμα! Η πρώτη συνειδητή ανάμνησή μου, ωστόσο, είναι από την ηλικία των τεσσάρων περίπου ετών, όταν, πηγαίνοντας οικογενειακώς διακοπές το καλοκαίρι, ακούγαμε μουσικά CD στο αυτοκίνητο του πατέρα μου. Αυτά περιλάμβαναν ποικίλα είδη μουσικής, μεταξύ των οποίων και κλασική.
Ποιος ή τι ήταν αυτό που σας ώθησε να ασχοληθείτε επαγγελματικά με τη μουσική;
Η μουσική για μένα αποτελούσε αρχικά μια δημιουργική ενασχόληση, ένα «χόμπι» που λειτουργούσε ως αποφόρτιση από τις καθημερινές δραστηριότητες και τον τότε φόρτο του σχολείου. Κανένας από τους γονείς μου δεν είναι μουσικός, αλλά από νωρίς αναγνώρισαν σε μένα κάτι ξεχωριστό, που δεν έχουν όλα τα παιδιά: τη δυνατότητα γρήγορης εκμάθησης μουσικής «με το αυτί», δηλαδή έπειτα από ελάχιστες μόνο ακροάσεις. Πράγματι, όταν άκουγα είτε στο ραδιόφωνο είτε στην τηλεόραση μια μελωδία που μου άρεσε, έτρεχα κατευθείαν στο πιάνο για να την απομνημονεύσω, εμπλουτίζοντάς τη μάλιστα με συγχορδίες στο αριστερό χέρι και όχι παίζοντας απλώς τη μελωδία με το δεξί. Αυτό συνέβη για πρώτη φορά στην ηλικία των εννέα ετών. Έπειτα, ξεκινώντας συστηματικά μαθήματα πιάνου στο Δημοτικό Ωδείο Πρέβεζας και παρακολουθώντας ιδιωτικά σεμινάρια με καταξιωμένους πιανίστες, σε συνδυασμό με την ενθάρρυνση των γονιών μου, αποφάσισα στην ηλικία των δεκατεσσάρων ετών ότι θα ακολουθούσα επαγγελματικά αυτό το μονοπάτι. Έθεσα ως απώτερο προσωπικό στόχο να φτάσω όσο το δυνατόν πιο κοντά σε μια σολιστική καριέρα.
Πώς διαλέξατε το όργανο που παίζετε;
Αφορμή για να ξεκινήσω, στην ηλικία των επτά ετών, να μαθαίνω αρχικά αρμόνιο και, έπειτα, στην ηλικία των εννέα ετών, πιάνο αποτέλεσε μια θεία μου, η οποία έπαιζε ερασιτεχνικά διάφορες μελωδίες στο αρμόνιο. Αυτές οι μελωδίες με συνεπήραν αμέσως και φανταζόμουν κι εγώ, με την αθωότητα ενός μικρού παιδιού, πώς θα ένιωθα αν ήμουν αυτή που τις ερμήνευε και πόσο θα συγκινούσαν το κοινό στο οποίο θα απευθυνόμουν, όπως ακριβώς συγκινούμουν κι εγώ ακούγοντας τη θεία μου να τις εκτελεί.
Πού σπουδάσατε και ποιοι δάσκαλοι σας διαμόρφωσαν; Ποια συμβουλή που πήρατε θα θυμάστε για πάντα;
Αφετηρία της πιανιστικής μου πορείας υπήρξε το Δημοτικό Ωδείο Πρέβεζας και η καθηγήτριά μου, Δήμητρα Αποστολίδη, την οποία ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς μου, καθώς μου έδωσε το αρχικό μουσικό έναυσμα και τις πρώτες πιανιστικές γνώσεις. Στη συνέχεια, παρακολουθούσα τακτικά μαθήματα με τον Χαράλαμπο Αγγελόπουλο, ο οποίος με προετοίμασε και για την εισαγωγή μου στο Τμήμα Μουσικής Επιστήμης και Τέχνης του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και τον οποίο επίσης ευχαριστώ πάρα πολύ για τη μουσική μου διαμόρφωση και εξέλιξη. Στο Πανεπιστήμιο, καθηγητής και μέντοράς μου ήταν ο Ούβε Μάτσκε, ο οποίος με εξέλιξε πλέον σε επαγγελματικό επίπεδο και τον ευχαριστώ πάρα πολύ γι’ αυτό. Τα σεμινάρια που παρακολούθησα με τη Δόμνα Ευνουχίδου και τον Γεώργιο Εμμανουήλ Λαζαρίδη ήταν εξίσου πολύτιμα για την πρόοδό μου, αλλά και για την ώθηση που μου έδωσαν ώστε να συμμετάσχω σε διαγωνισμούς και να πραγματοποιήσω μεταπτυχιακές σπουδές στο εξωτερικό. Έκανα το μεταπτυχιακό μου στο σόλο πιάνο στο Anton Bruckner Universität της Αυστρίας, όπου είχα καθηγητή τον Till Alexander Körber, έναν υπέροχο παιδαγωγό και άνθρωπο, ο οποίος με εξέλιξε ακόμα περισσότερο και στον οποίο χρωστώ πολλά. Τέλος, ως υποψήφια διδάκτορας στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, θα ήθελα να ευχαριστήσω και τον επιβλέποντα καθηγητή μου, Ιωάννη Ζγούρα, ο οποίος συνέβαλε ουσιαστικά στη σύνταξη της διατριβής και στην πλαισίωση των απαιτούμενων ρεσιτάλ στο πλαίσιο του διδακτορικού.
Έχετε συμμετάσχει σε διαγωνισμούς; Υπήρξε κάποιος από αυτούς που σας ώθησε καθοριστικά στην επαγγελματική σας πορεία;
Έχω συμμετάσχει μέχρι τώρα σε πολλούς εγχώριους και διεθνείς διαγωνισμούς, λαμβάνοντας σημαντικές διακρίσεις που με βοήθησαν είτε οικονομικά είτε ανοίγοντας τον δρόμο για σημαντικές εμφανίσεις σε διάσημες αίθουσες. Συνολικά, έχω συγκεντρώσει περισσότερες από είκοσι διακρίσεις και εννέα χρυσά διεθνή βραβεία. Ένας από αυτούς ήταν ο «Grand Prize Virtuoso», που πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα Gläserner Saal του Musikverein της Βιέννης. Λαμβάνοντας το πρώτο βραβείο στον συγκεκριμένο διαγωνισμό, μου δόθηκε η δυνατότητα να εμφανιστώ σε αυτόν τον πασίγνωστο συναυλιακό χώρο.

Πότε και πού κάνατε την πρώτη σας δημόσια εμφάνιση; Ποιο ήταν το πρόγραμμα και ποιο το πλαίσιο της εμφάνισης; Τι θυμάστε έντονα από εκείνη την πρώτη φορά;
Το ντεμπούτο μου με ένα μεγάλο σόλο πρόγραμμα έγινε στην ηλικία των δεκαέξι ετών, στον διαγωνισμό του Φεστιβάλ Πιάνου Θεσσαλονίκης, στο Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης. Η δεύτερη μεγάλη εμφάνισή μου, αυτή τη φορά με ορχήστρα, έγινε στην ίδια ηλικία, στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, ως φιναλίστ του διαγωνισμού, όπου ερμήνευσα το Πρώτο Κοντσέρτο του Μπετόβεν. Και τις δύο φορές θυμάμαι το μεγάλο άγχος που ένιωθα πριν βγω στη σκηνή, αλλά και τη μεγάλη λαχτάρα να ξεκινήσω το πρόγραμμά μου και να συγκινήσω το κοινό. Αυτές οι όμορφες εμφανίσεις παραμένουν ακόμα νωπές στη μνήμη μου και θα μείνουν για πάντα στην καρδιά μου!
Ποια από τις μέχρι σήμερα εμφανίσεις σας θα σας μείνει αξέχαστη;
Νομίζω ότι τρεις από τις μέχρι τώρα εμφανίσεις μου έχουν μείνει ανεξίτηλες στη μνήμη μου. Η πρώτη είναι το πτυχιακό μου ρεσιτάλ στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, μια από τις πιο όμορφες αναμνήσεις που έχω, καθώς είχε γεμίσει όλο το αμφιθέατρο με πολλούς φίλους και γνωστούς από τη Θεσσαλονίκη και από διάφορα μέρη της Ελλάδας, οι οποίοι ήρθαν να με στηρίξουν με την παρουσία τους. Ήταν πραγματικά σαν μια γιορτή! Η δεύτερη ήταν στον Πανελλήνιο Διαγωνισμό Νέων Πιανιστών της Άνδρου, στο Δημοτικό Θέατρο Άνδρου, όπου κέρδισα το πρώτο βραβείο. Υπήρχε πολύ άγχος και κούραση εκείνη την ημέρα, αλλά, μόλις ανέβηκα στη σκηνή, ένιωσα πολύ οικεία. Οι αρμονίες της μουσικής με συνεπήραν και ξέχασα τελείως την κούραση. Η τρίτη ήταν στο Πανεπιστήμιο Anton Bruckner της Αυστρίας, όπου ερμήνευσα την Πασακάλια και Φούγκα του Μπαχ, ένα έργο πραγματικά θεϊκής ομορφιάς. Είναι το έργο που με έχει αγγίξει περισσότερο σε όλη μου τη ζωή και κάθε φορά, είτε μπροστά σε κοινό είτε μελετώντας το μόνη μου, νιώθω εκστασιασμένη. Έτσι ένιωσα και σε εκείνη την εμφάνιση, με το κοινό να χειροκροτεί όρθιο στο τέλος! Η συγκεκριμένη ηχογράφηση, μάλιστα, έχει περισσότερες από 131.000 προβολές στο YouTube!
Ποιες είναι οι προτιμήσεις σας κατά την επιλογή του ρεπερτορίου σας; Ποια είναι τα αγαπημένα σας έργα και ποιοι οι αγαπημένοι σας συνθέτες; Ποιο ρεπερτόριο θεωρείτε ότι σας ταιριάζει περισσότερο;
Η εξειδίκευσή μου είναι στις ρομαντικές μεταγραφές έργων του Μπαχ από το εκκλησιαστικό όργανο στο πιάνο, οι οποίες αποτελούν τον κεντρικό άξονα της διδακτορικής μου διατριβής. Αγαπημένοι μου συνθέτες είναι οι Scriabin, Liszt και Chopin. Οι δύο τελευταίοι είναι βαθιά ρομαντικοί, με πολύ συναισθηματικά έργα που συγκινούν έντονα. Ο Scriabin έχει δύο πλευρές: την πρώιμη, ρομαντική πλευρά και τη νεωτεριστική, σκοτεινή πλευρά. Προσωπικά, είμαι οπαδός της σκοτεινής του πλευράς, η οποία έχει αποδώσει πραγματικά ευφυή αριστουργήματα και έχει οδηγήσει τη μουσική σε νέα, πιο καινοτόμα ρεύματα.
Ποια είναι τα μουσικά όνειρα που θέλετε να πραγματοποιήσετε;
Στα μελλοντικά μουσικά μου όνειρα ανήκουν η σύμπραξη με κάποια ορχήστρα παγκοσμίου βεληνεκούς, όπως η Berliner Philharmoniker, και η συνεργασία με καταξιωμένους μαέστρους, όπως ο Θεόδωρος Κουρεντζής και ο Gustavo Dudamel. Οι αίθουσες συναυλιών δεν έχουν για μένα τόσο μεγάλη σημασία όσο η επικοινωνία με το κοινό και οι μουσικοί με τους οποίους συμπράττει κανείς. Ακόμα και μια μικρή αίθουσα συναυλιών μπορεί να προσφέρει το ίδιο συναίσθημα με μια μεγαλύτερη. Ως πιο άμεσο μελλοντικό όνειρο, επιθυμώ να ηχογραφήσω έναν δίσκο με όλες τις σονάτες του Scriabin, καθώς μέσα από αυτές μπορεί κανείς να διακρίνει το μεγαλείο της γραφής του.
Ποιες δυσκολίες αντιμετωπίζει μία/ένας νέος μουσικός στην Ελλάδα και τον κόσμο σήμερα;
Οι δυσκολίες στον τομέα της μουσικής είναι πολλές, καθώς ένας μουσικός δεν έχει πολλές επαγγελματικές επιλογές. Η σολιστική καριέρα στις μέρες μας είναι πάρα πολύ δύσκολη, καθώς το επάγγελμα έχει υπερκορεστεί και μπορεί να γίνει εφικτή μόνο μέσω ενός βραβείου σε κάποιον διάσημο διεθνή διαγωνισμό. Συνεπώς, οι άλλες επιλογές είναι να εργαστεί κανείς ως δάσκαλος μουσικής, συνοδός ή μουσικός ορχήστρας. Αυτές οι θέσεις δεν είναι πάντα καλά αμειβόμενες, με αποτέλεσμα πολλοί νέοι μουσικοί να φεύγουν στο εξωτερικό, όπου οι μισθοί είναι καλύτεροι. Γενικά, στον τομέα του πολιτισμού, που περιλαμβάνει μουσικούς, χορευτές, ζωγράφους και ηθοποιούς, η χρηματοδότηση και οι υποδομές που θα μπορούσαν να διευκολύνουν το έργο τους είναι ελλιπείς.
Έχετε σκεφτεί ποτέ πώς θα μπορούσαμε να προσεγγίσουμε τους νέους, ώστε να ενδιαφερθούν για την κλασική μουσική; Πώς μπορούν οι νέοι να ενθαρρυνθούν να πηγαίνουν συχνότερα σε συναυλίες;
Δυστυχώς, στην Ελλάδα η κλασική μουσική δεν είναι τόσο διαδεδομένη στις νεότερες ηλικίες, γιατί δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ελληνικής κουλτούρας. Αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, κυρίως της Κεντρικής Ευρώπης -έχω προσωπική εμπειρία, καθώς έζησα στην Αυστρία για δύο χρόνια-, όπου οι άνθρωποι ψυχαγωγούνται πηγαίνοντας σε συναυλίες και εκθέσεις ζωγραφικής. Προσωπικά, πιστεύω ότι σημαντικό ρόλο στην προσέγγιση των νέων δύναται να διαδραματίσει πρωταρχικά η οικογένεια, μυώντας τα παιδιά στην ακρόαση κλασικής μουσικής από πολύ μικρή ηλικία, και έπειτα το σχολείο, με διάφορες δημιουργικές δραστηριότητες και διαδραστικά παιχνίδια στο πλαίσιο εκδηλώσεων και του μαθήματος της μουσικής, το οποίο τα τελευταία χρόνια έχει ευτελιστεί. Το κράτος πρέπει να χρηματοδοτεί τέτοιες δράσεις, καθώς αφορούν άμεσα το μέλλον των νέων. Τα ωδεία και οι μουσικές σχολές, φυσικά, προσφέρουν γνώσεις υψηλού μουσικού επιπέδου και δίνουν το έναυσμα σε πολλά παιδιά να προχωρήσουν μουσικά, αλλά αυτό από μόνο του δεν είναι αρκετό. Σημαντική είναι και η διοργάνωση φεστιβάλ σε διάφορες πόλεις και νησιά της Ελλάδας. Αυτό γίνεται ήδη σε μεγάλο βαθμό, αλλά πολλές φορές η χρηματοδότηση από τις περιφέρειες είναι ελλιπής. Με την ενίσχυση αυτού του τομέα, πιστεύω ότι οι νέοι θα ενδιαφερθούν περισσότερο.
Εκτός από τη μουσική, ποιες είναι οι αγαπημένες σας ασχολίες;
Πολύ συχνά ασχολούμαι με την ανάγνωση βιβλίων ποικίλου περιεχομένου, κυρίως αστρονομικού, φυσικού ή μαθηματικού, καθώς οι φυσικές επιστήμες είναι η δεύτερη μεγάλη μου αγάπη. Επιπλέον, στον ελεύθερο χρόνο μου αρέσει να γυμνάζομαι, κυρίως με βάρη και τρέξιμο, καθώς η γυμναστική είναι πολύ σημαντική για έναν μουσικό που πολλές φορές κάθεται για ώρες σε μια καρέκλα μελετώντας.
Θεωρείτε σημαντική την παρουσία ενός νέου μουσικού στα social media; Τα χρησιμοποιείτε; Αν ναι, πιστεύετε ότι σας έχουν βοηθήσει στην πορεία σας;
Τη θεωρώ πολύ σημαντική, ίσως και αναγκαία στις μέρες μας, κατά τις οποίες η τεχνολογία έχει προοδεύσει τόσο πολύ και όλα είναι εύκολα προσβάσιμα σε όλους. Χρησιμοποιώ το YouTube για την παρουσίαση των επαγγελματικών μου ηχογραφήσεων, οι οποίες αποτελούν μέρος της επαγγελματικής μου δραστηριότητας. Επίσης, χρησιμοποιώ το Facebook και το Instagram για την επαγγελματική προβολή και προώθηση διαφόρων δράσεών μου. Και οι τρεις πλατφόρμες με βοήθησαν πάρα πολύ, καθώς έκανα κάποιες καλές γνωριμίες με γνωστούς καλλιτέχνες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, ευκαιρίες που ίσως να μην είχα διαφορετικά. Μέσω αυτών των πλατφορμών μπόρεσα να συμμετάσχω σε σημαντικές συναυλίες και φεστιβάλ του εξωτερικού, κέρδισα μια υποτροφία από ένα αμερικανικό ίδρυμα και αυξήθηκαν οι προβολές του πιανιστικού μου έργου, πράγματα καίριας σημασίας για έναν ανερχόμενο μουσικό.
Πού θα θέλατε να βρίσκεστε καλλιτεχνικά σε δέκα χρόνια;
Ο πιο φιλόδοξος στόχος μου είναι να ακολουθήσω μια ακαδημαϊκή καριέρα ως καθηγήτρια πιάνου ή συνοδός πιάνου σε πανεπιστήμιο της Ελλάδας ή του εξωτερικού. Έχω ήδη ασκηθεί ακαδημαϊκά στο επάγγελμα του συνοδού, συνοδεύοντας πτυχιακά ρεσιτάλ στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και μεταπτυχιακούς φοιτητές μονωδίας στο Anton Bruckner Universität. Επιπλέον, θα ήταν πολύ ελκυστικό να έχω προγραμματισμένες κάθε χρόνο σόλο συναυλίες, συναυλίες με ορχήστρα και συναυλίες μουσικής δωματίου με εκλεκτούς συναδέλφους.
Με ποιον τρόπο θα θέλατε να σας θυμούνται ως ερμηνεύτρια;
Θα ήθελα να με θυμούνται ως μια γυναίκα που μπορεί να αγγίζει την καρδιά και την ψυχή του ακροατή με τις ερμηνείες της, καθώς αυτή είναι η μεγαλύτερη ανταμοιβή για έναν ερμηνευτή, την οποία τα χρήματα δεν μπορούν ποτέ να προσφέρουν.
Περιγράψτε μας τον εαυτό σας με τρεις μόνο λέξεις.
Πεισματάρα, φιλόδοξη και υπομονετική!

