Ένας αγαπημένος σύγχρονος συνθέτης δικός μου αλλά και των μαθητών μου συχνά, είναι ο Einojuhani Rautavaara. O Φινλανδός με το δύσκολο όνομα – Εϊνογιουχάνι Ραουταβάαρα είναι ό,τι πιο κοντινό στην ελληνική γραφή – επιλέχθηκε ως νεαρός φοιτητής από τον Jean Sibelius για σπουδές με υποτροφία στις ΗΠΑ, και κάπως έτσι έλαβε τον πυρσό από τον νονό της φινλανδικής μουσικής ως συνεχιστής του.

Πρόκειται για έναν ιδιαίτερα ευφάνταστο και πολυγραφότατο δημιουργό που έγραψε, μεταξύ πολλών άλλων συνθέσεων, οκτώ συμφωνίες, δεκαπέντε κοντσέρτα για κάποιο σόλο όργανο και ορχήστρα, και εννιά όπερες, που θεωρούνται οι κεντρικοί πυλώνες του έργου του. Σήμερα θα ασχοληθούμε με ένα κοντσέρτο, μάλιστα για ένα όργανο που δεν έχει συχνά σολιστικό χαρακτήρα: το κοντραμπάσο. Ο Άγγελος του σούρουπου (Angel of Dusk) από το 1980 για κοντραμπάσο και ορχήστρα αποτελεί σπάνιο δείγμα κοντσέρτου για βαθύφωνο όργανο και ορχήστρα από τον εικοστό αιώνα που έχει ενσωματωθεί στο ρεπερτόριο του οργάνου. Αργότερα, o Rautavaara ενοργάνωσε το μέρος της ορχήστρας για δύο πιάνα και κρουστά στη λεγόμενη εκδοχή δωματίου.
Όσον αφορά το συνολικό του έργο, είναι τόσο μεγάλο που δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε σύντομο κείμενο. Μπορείτε να ακούσετε τα εξής έργα, με την ελπίδα να σας κινήσουν το ενδιαφέρον για να ανακαλύψετε μία ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα συνθετική προσωπικότητα: Cantus Arcticus κοντσέρτο για πουλιά (!) και ορχήστρα (1972, για ορχήστρα με προηχογραφημένα πουλιά). Canción de nuestro tiempo για χορωδία (1993), τρία τραγούδια για μικτή χορωδία σε ποίηση του Federico García Lorca. Tο τρίτο κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα Gift of Dreams (1998, ανάθεση του σπουδαίου πιανίστα και μαέστρου Βλαντιμίρ Ασκενάζυ), και βέβαια την έβδομη συμφωνία Angel of Light (1994), ένα κλασικό δείγμα της ορχηστρικής γραφής του. Οι φίλοι της όπερας ας ακούσουν την όπερα Aleksis Kivi (1996) ή τον Rasputin (2003).
Με το παρόν κείμενο εγκαινιάζουμε τη σειρά των κοντσέρτων που θα παρουσιάσουμε μεταξύ των υπολοίπων έργων, καθώς πρόκειται για το πρώτο έργο τέτοιου είδους στην παρούσα σειρά κειμένων. Το κοντσέρτο ως φόρμα παραμένει μάλλον η πιο δημοφιλής, ειδικά στη σύγχρονη εποχή, όταν τα πρότυπα και οι κανόνες του παρελθόντος έχουν καταργηθεί. Ως είδος εξελίχθηκε ιδιαιτέρως με το πιάνο και το βιολί, ενώ πολλά κοντσέρτα έχουν γραφτεί για όλα τα όργανα της ορχήστρας –ακόμα και για αυτά που δεν ανήκουν παραδοσιακά σε αυτή. Το κοντραμπάσο από την άλλη, ιστορικά δεν είναι από τα κατ’εξοχήν σολιστικά όργανα. Έχει έναν εξέχοντα ρόλο στη βάση της ορχήστρας, τόσο στις μικρές ορχήστρες εγχόρδων ή δωματίου, όσο και στις μεγάλες, και συχνά περίπλοκες, συμφωνικές ορχήστρες του εικοστού αιώνα. Η έκτασή του δε, είναι μάλλον περιοριστική, ειδικά όταν συμπράττει με μεγάλες και πολλές ομάδες οργάνων, και συγκεκριμένα στις πιο βαθιές περιοχές του ήχου.
Το συγκεκριμένο κοντσέρτο αποτελεί, όπως συχνά συμβαίνει στον κόσμο της μουσικής, αποτέλεσμα συνεργασίας του συνθέτη με τον Φινλανδό σολίστ κοντραμπάσου Olli Kosonen. Επιπλέον, ο Rautavaara λέει πως δανείστηκε ένα κοντραμπάσο και πειραματίστηκε μαζί του αναπτύσσοντας νέες τεχνικές παιξίματος. Στο πρώτο μέρος (His first appearance), μετά από μία σύντομη ορχηστρική εισαγωγή, ακούμε τη μελωδία από το κοντραμπάσο, η οποία διακόπτεται συχνά από ορχηστρικά ξεσπάσματα, που αυξάνονται σταδιακά, αναγκάζοντας τον σολίστα σε διάλογο με την ορχήστρα. Ο συνθέτης αποκαλεί αυτό τον τρόπο σύνθεσης «τεχνική διαταραχής». Το δεύτερο μέρος (His monologue) είναι μια εκτεταμένη καντέντσα του κοντραμπάσου, που ξεκινάει τόσο σιγά που μόλις ακούγεται. Το τρίτο μέρος (His last appearance) ξεκινάει με το θέμα στο κοντραμπάσο, συνοδευόμενο από την ορχήστρα. Ακουλουθείται από ένα –πολύ συνηθισμένο για τον συνθέτη– moto perpetuo με σύνθετα (6/8) ή μικτά μέτρα (5/8, 7/8, 8/8), και κλείνει πάλι με την καντιλένα* της αρχής του μέρους στο κοντραμπάσο.
Ο Rautavaara σε μεγάλο μέρος της καριέρας του ήταν πληθωρικός συνθέτης, χρησιμοποίησε την ορχήστρα όπως της αξίζει, με μεγαλειώδη τρόπο και αριστουργηματικά. Αν ακούσετε το πρώτο μέρος της έβδομης συμφωνίας θα καταλάβετε. Εδώ υποτάσσει αυτό που φαίνεται να είναι η φύση του, προς όφελος της φύσης του σολιστικού οργάνου, το οποίο ούτε τεράστιο όγκο έχει, ούτε μεγάλη έκταση. Η ενορχήστρωση είναι εξαιρετική. Παρά την πληρότητα σε όλες τις οικογένειες των οργάνων (επιπλέον με άρπα και τσελέστα), και την πληθώρα των κρουστών, σπάνια καλύπτεται το σόλο από τα υπόλοιπα όργανα. Πέραν όμως, των παραπάνω, το έργο είναι πολύ ωραίο στο αυτί, ακούγεται ευχάριστα και αξίζει της προσοχής μας.
* Καντιλένα: απλό και μελωδικό μακροσκελές τραγούδι. Συνήθως αφορά στη φωνή, στη μουσική αργκό όμως, επεκτείνεται και στα όργανα, εννοώντας εν προκειμένω μια μελωδία.
