classicalmusic.gr

Η κλασική μουσική στην Ελλάδα!

Δημήτρης Κιουσόπουλος

Δημοσιογράφος, Μουσικός Κριτικός

Ο Δημήτρης Κιουσόπουλος είναι μουσικός κριτικός και δημοσιογράφος. Σπούδασε ιστορία, αρχαιολογία, και κλασικές σπουδές στα Πανεπιστήμια Αθηνών και Εδιμβούργου και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές ιστορίας με έμφαση στην κοινωνική ιστορία της μουσικής και της όπερας στην École des Hautes Etudes en Sciences Sociales, Παρίσι, το Berliner Kolleg für Vergleichende Geschichte Europas (BKVGE Freie Universität / Humboldt-Universität) Βερολίνο, και το Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο, Φλωρεντία.

Ο αρχιμουσικός Ιωάννης Πουλάκης μάς ξεναγεί στις Εικόνες της Ρώμης

Δημήτρης Κιουσόπουλος

Δημοσιογράφος, Μουσικός Κριτικός

Τι μπορεί να αφηγηθεί η μουσική για τις μνήμες μιας πόλης; Με αφορμή τη συναυλία «Εικόνες της Ρώμης» της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, ο αρχιμουσικός Ιωάννης Πουλάκης μιλά για τα Πεύκα της Ρώμης του Οττορίνο Ρεσπίγκι, το σπάνιο κοντραμπασιστικό Divertimento του Νίνο Ρότα και τη συμφωνική σκέψη του Τζουζέπε Μαρτούτσι, εξηγώντας πώς το πρόγραμμα της βραδιάς φωτίζει γοητευτικές μουσικές απόψεις της αιώνιας πόλης.

Όταν, ως νέος φιλόμουσος, πρωτογνώρισα τα Πεύκα της Ρώμης, πιστεύω ότι δεν ήμουν ο μόνος που εντυπωσιάστηκε από το γεγονός ότι ενώ υπάρχουν αμέτρητα συμφωνικά ποιήματα εμπνευσμένα από πρόσωπα, μέρη, γεγονότα ή ζώα, για τον Ρεσπίγκι πηγή έμπνευσης αποτελεί κάτι φαινομενικά στατικό: τα πεύκα.

Και εσάς, και εμένα, αλλά και πολλούς ακόμα, τους ιντριγκάρει αυτό το παράδοξο. Στην πραγματικότητα, όμως, ο Ρεσπίγκι δεν περιγράφει απλώς τα πεύκα, αλλά τα μεταμορφώνει σε μάρτυρες της ιστορίας που περνά από μπροστά τους ανά τους αιώνες. Τα ίδια μπορεί να μην κινούνται, αλλά κινείται αδιάκοπα ο κόσμος γύρω τους. Και ουσιαστικά το έργο αυτό δεν είναι μια απεικόνιση απλά της φύσης και των τοπίων, αλλά είναι μια απεικόνιση της μνήμης που αυτά κουβαλούν.

Ένας από τους λόγους της γοητείας αλλά και της διαχρονικής επιτυχίας του έργου είναι η εκπληκτική ενορχήστρωσή του, η οποία προϋποθέτει βαθιά γνώση των ηχοχρωμάτων της ορχήστρας. Ποια είναι η εμπειρία που έχουμε στην Ελλάδα σε σχέση με αυτήν την παράμετρο της μουσικής ερμηνείας;

Η ενορχήστρωση του Respighi δεν ζητά μόνο ένταση, αλλά κυρίως εγκράτεια. Οι ελληνικές ορχήστρες διαθέτουν έντονη μουσικότητα και παρόρμηση· το ζητούμενο εδώ είναι το μέτρο: πότε δεν παίζεις, πότε αφήνεις τον ήχο να σταθεί, πότε εμπιστεύεσαι τη σιωπή. Όταν αυτή η ισορροπία βρεθεί, το αποτέλεσμα αποκτά μια σπάνια διαφάνεια. Και τότε η δύναμη της ορχήστρας φαίνεται ακριβώς στο ότι δεν χρειάζεται να αποδειχθεί μέσα από κάποια εκζήτηση ή υπερβολή.

Εσείς ο ίδιος έχετε την έδρα σας στο εξωτερικό και εργάζεστε κυρίως εκεί. Πώς διαφοροποιείται η εμπειρία σας όταν εργάζεστε στην Αυστρία σε σχέση με την Ελλάδα, αλλά και από ορχήστρα σε ορχήστρα; Πού εντοπίζετε τις μεγαλύτερες διαφορές;

Κάθε χώρα, κάθε σύνολο είναι και μια νέα «πρόκληση» για τον μουσικό – τον αρχιμουσικό, τον σολίστα, τον μουσικό ορχήστρας. Και αναμφίβολα, κάθε ορχήστρα είναι και σε ένα βαθμό καθρέπτης της ιδιοσυγκρασίας των ανθρώπων. Στην Αυστρία συναντά κανείς συχνά μια βαθιά εσωτερικευμένη παράδοση, έναν συμφωνικό ήχο που μοιάζει αυτονόητος. Στην Ελλάδα υπάρχει μεγαλύτερη ευελιξία, μια διάθεση άμεσης προσαρμογής. Τελικά, στην πράξη αποδεικνύεται ότι οι διαφορές αυτές έχουν μικρότερη σημασία απ’ όσο νομίζουμε. Η ποιότητα φαίνεται στο πόσο γρήγορα μια ορχήστρα ακούει και ανταποκρίνεται — εκεί συναντιούνται όλοι.

Στο ντιβερτιμέντο του Νίνο Ρότα υπάρχει ένα από τα σπάνια παραδείγματα σόλο κοντραμπάσου Πώς λειτουργεί ως σολιστικό όργανο απέναντι σε μια μεγάλη ορχήστρα, δεδομένου ότι πρόκειται για όργανο που συνήθως έχει συνοδευτική λειτουργία και μάλιστα σε πολύ χαμηλή περιοχή;

Αναμφίβολα το κοντραμπάσο είναι ένα όργανο το οποίο, ειδικά ως σολιστικό όργανο, αλλάζει άρδην την αντίληψη και το κέντρο βάρους της ορχήστρας: και στο συγκεκριμένο έργο, από θεμέλιος λίθος της γίνεται συνομιλητής σε έναν ευφυή διάλογο. Ταυτόχρονα προκύπτει και μια διαφορετική μορφή δεξιοτεχνίας — πιο ανθρώπινη, πιο εσωτερική, που ζητά από τον ακροατή να πλησιάσει αντί να θαυμάσει από απόσταση. Ο Rota τα αντιλαμβάνεται αυτά με λεπτότητα: το σόλο δεν κυριαρχεί, συνομιλεί· και με αυτόν τον τρόπο ο συνθέτης μας μεταφέρει στη σύγχρονή του εικόνα της Ρώμης. Είναι μεγάλη μου χαρά, που μαζί με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, σε αυτό το ταξίδι στο χρόνο θα έχουμε ως ιδανικό συνοδοιπόρο το Νίκο Τσουκαλά, σολίστ και Α’ Κορυφαίο της ΚΟΑ.

Στο συγκεκριμένο έργο ο συνθέτης αντλεί στοιχεία από τη μουσική που έγραψε για τον κινηματογράφο ή υιοθετεί κάποια διαφορετική μουσική γλώσσα;

Φαίνεται πως ο  Rota επιδιώκει μια επιστροφή στην ανάλαφρη χάρη της κλασικής περιόδου, με ένα είδος το οποίο και εξ’ ονόματος έχει ως σκοπό να «διασκεδάσει». Όμως, η επανερμηνεία αυτή περνά μέσα από το πρίσμα της σύγχρονης εμπειρίας – κάτι που δεν ήταν άγνωστο σε έναν συνθέτη που κλήθηκε να ντύσει μουσικά σπουδαία ιστορικά φιλμ, όπως ο Γατόπαρδος του Λουκίνο Βισκόντι. Αναγνωρίζει κανείς το ένστικτο του Rota για χρονισμό και χαρακτήρα – να γράψει δηλαδή μουσική «εποχής», αλλά στο Divertimento κυριαρχεί η θεατρική σκέψη και μια λεπτή ειρωνική απόσταση. Είναι μουσική με δομή και ακρίβεια, που επιλέγει πότε θα υπαινιχθεί κινηματογραφική εικόνα και πότε θα την αποφύγει, αφήνοντας τον ακροατή να συμπληρώσει τα κενά. Παρόλα αυτά, ο συνθέτης μας επιφυλάσσει ένα άκρως κινηματογραφικό «ιντερμέτσο», την «άρια» του 3ου μέρους, ένας απερίφραστος φόρος τιμής στα έργα τα οποία τον έκαναν παγκοσμίως γνωστό.

Στο πρόγραμμά σας περιλαμβάνονται επίσης έργα του Μαρτούτσι, ενός Ιταλού συμφωνιστή τον οποίο αλλεπάλληλες γενιές αρχιμουσικών προσπάθησαν να καθιερώσουν χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία. Για ποιον λόγο πιστεύετε ότι αυτός ο καλός συνθέτης δεν κατάφερε να γίνει ακόμα δημοφιλής και ποιες θεωρείτε τις βασικές αρετές του;

Ο Martucci έγραψε σε μια Ιταλία όπου η όπερα κυριαρχούσε σχεδόν απόλυτα. Η επιλογή του να αφοσιωθεί στη συμφωνική, «απόλυτη» μουσική δεν ήταν ποτέ εύκολη. Η γραφή του δεν επιδιώκει άμεσο εντυπωσιασμό· βασίζεται στη δομή, στην ισορροπία, στη διάρκεια. Είναι μουσική που δεν ζητά προσοχή — την κερδίζει με τον χρόνο.

Μιας και είστε και αρχιμουσικός όπερας, αν είχατε τη δυνατότητα σε αυτό το πρόγραμμα να προσθέσετε και μια άρια από ιταλική όπερα, ποια θα ταίριαζε ως κατακλείδα;

Ο όρος «αρχιμουσικός όπερας» είναι ιδιαιτέρως τιμητικός και τον καταλαβαίνω! Η όπερα παραμένει για μένα ένας χώρος απόλυτης μουσικής αλήθειας. Εκεί μαθαίνεις να ακούς την αναπνοή, τον λόγο, τον χρόνο. Από την άλλη, δεν τον βλέπω ως κάποιας μορφής διαφοροποίηση. Η διεύθυνση —είτε στην όπερα είτε στο συμφωνικό ρεπερτόριο— αφορά την ίδια βασική πράξη: να δώσεις χώρο στη μουσική να μιλήσει. Όσο για την προσθήκη μιας άριας, ίσως να προτιμούσα κάτι εσωτερικό, όχι εξωστρεφές· αλλά ίσως τελικά δεν χρειάζεται. Το ίδιο το πρόγραμμα περιέχει μια «άρια», η οποία τραγουδά με το δικό της, ξεχωριστό τρόπο, και οι τελευταίες σελίδες του Respighi έχουν μια φωνητική μεγαλοπρέπεια που δεν ζητά λόγια.

Συνολικά παρουσιάζετε ένα ιταλικό πρόγραμμα που καλύπτει τρεις διαφορετικές γενιές συνθετών. Εσείς το αντιλαμβάνεστε περισσότερο μέσα από τα κοινά τους χαρακτηριστικά ή μέσα από τις διαφορές τους;

Πιστεύω πως οι «Εικόνες της Ρώμης» ενώνουν τρεις συνθέτες μέσα από τις διαφορετικές οπτικές τους ως προς την Αιώνια Πόλη: ο συμφωνιστής και υπέρμαχος της απόλυτης μουσικής Martucci, εκπροσωπεί τη δομή και το θεμέλιο της συμφωνικής σκέψης. Ο Rota φέρνει τη σύγχρονη, ανθρώπινη διάσταση της πόλης — τον διάλογο, την ειρωνεία, την καθημερινότητα. Ο Respighi μετατρέπει τη Ρώμη σε εικόνα και μνήμη. Δεν πρόκειται για αντιπαραβολή, αλλά για τρεις διαφορετικές αποστάσεις από την ίδια ιδέα, που φωτίζουν η μία την άλλη.


Βιογραφικό Σημείωμα

Γεννήθηκε το 1992 στην Αθήνα. Τακτικός συνεργάτης από το 2023 της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, όπου έκανε το ντεμπούτο του στη συναυλία για την Παγκόσμια Ημέρα Μουσικής. Από το 2024 ανήκει στο δυναμικό της Bühne Baden, στο Baden bei Wien της Αυστρίας, ως διευθυντής ορχήστρας και πιανίστας, έχοντας διευθύνει πληθώρα παραγωγών μουσικού θεάτρου (με πιο πρόσφατη εξ’ αυτών τη Giuditta του Franz Lehár), αλλά και συμφωνικού ρεπερτορίου. Επιπλέον, έχει συνεργαστεί στην Ελλάδα, μεταξύ άλλων, με την Εθνική Λυρική Σκηνή, την Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα της ΕΡΤ, τη Συμφωνική Ορχήστρα του Δήμου Αθηναίων και τη Φιλαρμόνια Ορχήστρα Αθηνών, ενώ στο εξωτερικό έχει διευθύνει, σε Αυστρία, Τσεχία, Ιταλία, Ουγγαρία, Βουλγαρία και Ρουμανία. 2ο βραβείο στο Διεθνή Διαγωνισμό Διεύθυνσης Ορχήστρας «Borislav Ivanov» του 2023 στη Βάρνα της Βουλγαρίας, με τη συμμετοχή των σολίστ και της ορχήστρας της Κρατικής Όπερας της Βάρνας.

Σπούδασε πιάνο, βιολί, ανώτερα θεωρητικά και σύνθεση στη Μουσική Εταιρεία Αθηνών. Ακολούθως αποφοίτησε του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, κατεύθυνση Ιστορικής και Συστηματικής Μουσικολογίας, ειδικευόμενος εν κατακλείδι στη Διεύθυνση Ορχήστρας, ολοκληρώνοντας τον κύκλο σπουδών ως Αριστούχος με Α’ Βραβείο.

Πέραν του πόντιουμ, έχει εμφανιστεί ως σολίστ πιάνου σε πληθώρα ρεσιτάλ με ευρύτατο ρεπερτόριο, ενώ παράλληλα συνεργάζεται ως συνοδός πιανίστας με διεθνούς φήμης μονωδούς και σολίστ σε Ελλάδα και εξωτερικό.

Δημήτρης Κιουσόπουλος

Δημοσιογράφος, Μουσικός Κριτικός

Ο Δημήτρης Κιουσόπουλος είναι μουσικός κριτικός και δημοσιογράφος. Σπούδασε ιστορία, αρχαιολογία, και κλασικές σπουδές στα Πανεπιστήμια Αθηνών και Εδιμβούργου και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές ιστορίας με έμφαση στην κοινωνική ιστορία της μουσικής και της όπερας στην École des Hautes Etudes en Sciences Sociales, Παρίσι, το Berliner Kolleg für Vergleichende Geschichte Europas (BKVGE Freie Universität / Humboldt-Universität) Βερολίνο, και το Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο, Φλωρεντία.

Κύλιση στην κορυφή