classicalmusic.gr

Δημήτρης Κιουσόπουλος

Δημοσιογράφος, Μουσικός Κριτικός

Ο Δημήτρης Κιουσόπουλος είναι μουσικός κριτικός και δημοσιογράφος. Σπούδασε ιστορία, αρχαιολογία, και κλασικές σπουδές στα Πανεπιστήμια Αθηνών και Εδιμβούργου και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές ιστορίας με έμφαση στην κοινωνική ιστορία της μουσικής και της όπερας στην École des Hautes Etudes en Sciences Sociales, Παρίσι, το Berliner Kolleg für Vergleichende Geschichte Europas (BKVGE Freie Universität / Humboldt-Universität) Βερολίνο, και το Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο, Φλωρεντία.

Ο Δημήτρης Σουκαράς για την παγκόσμια πρεμιέρα του «Κοντσέρτου της Κορίνθου» του Λέο Μπρόουερ

Δημήτρης Κιουσόπουλος

Δημοσιογράφος, Μουσικός Κριτικός

Ο δεξιοτέχνης κιθαρίστας Δημήτρης Σουκαράς θα είναι ο σολίστ στην παγκόσμια πρώτη εκτέλεση του Κοντσέρτου της Κορίνθου για κιθάρα και ορχήστρα του θρυλικού Κουβανού συνθέτη και κιθαριστή Λέο Μπρόουερ. Το έργο γράφτηκε μετά από ανάθεση της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών και του Δήμου Κορινθίων και θα παρουσιαστεί αυτή την Παρασκευή, στην τελευταία τακτική συναυλία της ορχήστρας για τη χειμερινή περίοδο. Το πρόγραμμα, σε καλλιτεχνική επιμέλεια και μουσική διεύθυνση του μαέστρου και βιολονίστα της Κ.Ο.Α. Νίκου Χαλιάσα, έχει ως θεματική την έμπνευση από τον αρχαίο κόσμο, με πληθώρα έργων σύγχρονων και παλιότερων Ελλήνων συνθετών.

Με αφορμή την επερχόμενη παγκόσμια πρεμιέρα, μιλήσαμε με τον Δημήτρη Σουκαρά για τη μουσική του πορεία και το νέο έργο που θα παρουσιάσει.

Δημήτρης Σουκαράς

Θεωρώ συμβολικό ότι σας πρωτοάκουσα στην Αρχαία Κόρινθο, μαζί με τη σοπράνο Αφροδίτη Πατουλίδου. Καθώς θα δώσετε την παγκόσμια πρώτη του Κοντσέρτου τηςΚορίνθου του Λεό Μπράουερ, τίθεται εύλογα το ερώτημα ποια είναι η ιδιαίτερη σχέση σας με την πόλη;

Μεγάλωσα στην πόλη της Κορίνθου και όταν ήμουν δεκατεσσάρων ετών μετακομίσαμε με την οικογένειά μου στην Αρχαία Κόρινθο. Η μητέρα μου εργάζεται στην Πινακοθήκη του Δήμου Κορινθίων και ο πατέρας μου διατηρεί ωδείο στην Κόρινθο. Χάρη στη δική τους επαγγελματική και καλλιτεχνική δραστηριότητα, είχα από παιδί την ευκαιρία να έρχομαι σε επαφή με συναυλίες, εκθέσεις, χορωδίες, εκπαιδευτικές δράσεις και γενικότερα με ανθρώπους που διαμόρφωναν την πολιτιστική ζωή της πόλης. Έτσι, η τέχνη και η μουσική δεν ήταν κάτι που ανακάλυψα αργότερα, ήταν κομμάτι της καθημερινότητάς μου από τα πρώτα μου χρόνια.

Παράλληλα, άνθρωποι που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη μουσική ζωή της Κορίνθου υπήρξαν και παραμένουν πολύ κοντινοί μας φίλοι, όπως η Φάλια Παπαγιαννοπούλου, που για πολλά χρόνια διηύθυνε το Γυναικείο Φωνητικό Σύνολο “Opus Femina” του Δήμου, αλλά και ο Μαέστρος Αλέκος Παπαγιαννόπουλος, τον οποίο πάντοτε θαυμάζω και αγαπώ, και ο οποίος υπήρξε για χρόνια η ψυχή της μικτής χορωδίας της πόλης. Εκεί έζησα και τις πρώτες μου μουσικές εμπειρίες, είτε στο σχολείο είτε σε συγκροτήματα, φεστιβάλ, μπαρ και μουσικές σκηνές της πόλης.

Ίσως, λοιπόν, ο πιο απλός τρόπος να το πω είναι ότι στην Κόρινθο βρίσκονται πολλοί από τους ανθρώπους που διαμόρφωσαν τις πρώτες μου μουσικές εμπειρίες και, σε μεγάλο βαθμό, τον άνθρωπο και τον μουσικό που είμαι σήμερα. Έτσι μου αρέσει να επιστρέφω και να δημιουργώ πράγματα στην πόλη μου.

Το Κοντσέρτο της Κορίνθου είναι ανάθεση της Κ.Ο.Α. και του Δήμου Κορινθίων. Το έργο σχετίζεται με κάποιον συγκεκριμένο τρόπο με την Κόρινθο ή την Ελλάδα γενικότερα;

Με τον Leo Brouwer θυμάμαι ότι πρωτογνωριστήκαμε στη Μότολα της Ιταλίας το 2019. Ήμασταν και οι δύο καλεσμένοι στο ίδιο φεστιβάλ κιθάρας, όμως εγώ είχα ρεσιτάλ την πρώτη μόλις ημέρα της διβδόμαδης αυτής διοργάνωσης. Οι περισσότεροι καλεσμένοι θα έφταναν αρκετά αργότερα, έτσι λοιπόν δεν περίμενα να δω κάποιον γνωστό μου. Το πρώτο κομμάτι που έπαιζα ήταν το El Decameron Negro του Leo (το οποίο είχα συμπεριλάβει λόγω του ότι ήταν τα 80 χρόνια από τη γέννησή του). Ξαφνικά κοιτάω κάτω και στην πρώτη σειρά ήταν ο Brouwer… Εκείνες οι τρεις ημέρες που ήμασταν στη Μότολα έχουν μείνει χαραγμένες μέσα μου. Μεταξύ άλλων είχαμε συζητήσει για την καταγωγή μου και του είχα αναφέρει ότι προέρχομαι από την Κόρινθο. Ενθουσιάστηκε αμέσως με την ιστορία της πόλης και τη σημασία της στον αρχαίο κόσμο.

Φαίνεται δηλαδή ότι η ελληνική καταγωγή αξιολογήθηκε θετικά.

Ο Leo Brouwer είναι μια εμβληματική προσωπικότητα της μουσικής, αλλά ταυτόχρονα και ένας άνθρωπος εξαιρετικά γενναιόδωρος, με ιδιαίτερη αγάπη για τους νέους μουσικούς. Τρέφει επίσης μεγάλο θαυμασμό για την Ελλάδα και τον πολιτισμό της και αυτό το χρωστάμε κυρίως στον Κώστα Κοτσιώλη, ο οποίος έφερε τον Leo κοντά στην Ελλάδα. Όταν έβγαλα τον δίσκο με τη Naxos, από μόνος του μου έστειλε ένα email να με συγχαρεί και να μου προτείνει κάποια τραγούδια που είχε γράψει, εάν με ενδιέφεραν να τα συμπεριλάβω στο πρόγραμμά μας με τη Lotte Betts-Dean. Του είχαν αρέσει πολύ τα Χάι-Κου του Φίλιππου Τσαλαχούρη. Αργότερα, όταν προέκυψε η μεταξύ μας συζήτηση για τη δημιουργία του έργου, μου είπε ότι επιθυμούσε το νέο κοντσέρτο να είναι αφιερωμένο σε εμένα, καθώς και να φέρει το όνομα της πόλης της Κορίνθου. Αυτό από μόνο του αποτελεί για μένα μια μεγάλη τιμή και μια πολύ συγκινητική χειρονομία.

Είναι δηλαδή ένα έργο που περιγράφει την Κόρινθο και την ιστορία της;

Το έργο δεν είναι περιγραφικό με τη στενή έννοια, δεν αφηγείται δηλαδή κάποιο συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός ούτε χρησιμοποιεί εμφανή ελληνικά μουσικά στοιχεία. Ωστόσο, θα μπορούσε να θυμίσει μουσικό υλικό το οποίο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στο αρχαίο δράμα. Η Κόρινθος λειτουργεί ως πηγή έμπνευσης και ως συμβολικό σημείο αναφοράς. Νομίζω ότι αυτό που αποτυπώνεται περισσότερο είναι η αίσθηση μιας πόλης με ιστορικό βάθος, με πολέμους, ειρήνη, γέννηση μεγάλων ιδεών, περιόδους τριβής, ακόμα και ήχους που σε σημεία μπορεί να θυμίσουν στοιχεία της φύσης όπως οι σταγόνες της βροχής ή ο αέρας.

Μουσικά, το κοντσέρτο φέρει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που έχουν καταστήσει τον Μπράουερ μία από τις σημαντικότερες μορφές της σύγχρονης μουσικής για κιθάρα: πλούσια ενορχήστρωση, έντονη ρυθμική φαντασία, λυρικές στιγμές μεγάλης εκφραστικότητας και μια πολύ προσωπική σύνθεση διαφορετικών μουσικών επιρροών.

Εἰχατε κάποια συνεργασία κατά τη σύνθεση ή κατόπιν, για να προετοιμάσετε την ερμηνεία;

Όταν ξεκινήσαμε να συζητάμε το ενδεχόμενο ενός νέου κοντσέρτου, είχαμε ως σημείο αναφοράς το Κοντσέρτο του Τορόντο. Μιλήσαμε για μια φόρμα επτά μερών και για μια ενορχήστρωση παρόμοια με εκείνη του έργου αυτού. Μία σημαντική απόφαση που πήραμε από κοινού ήταν να αποφύγουμε τη χρήση άρπας και πιάνου στην ορχήστρα. Θέλαμε το έργο να μπορεί να παρουσιαστεί εύκολα από διαφορετικά σύνολα και να ταξιδεύει χωρίς πρακτικές δυσκολίες, ακόμη και σε υπαίθριους χώρους ή φεστιβάλ.

Στη συνέχεια, η συζήτηση στράφηκε περισσότερο στην ίδια την Κόρινθο. Ο Leo μου ζήτησε να του στείλω στοιχεία για τα σημαντικότερα μνημεία και τους συμβολισμούς της πόλης. Ανάμεσα σε αυτά ήταν ο Ναός του Απόλλωνα, ο Ακροκόρινθος, η Κρήνη Πειρήνη, ο Πήγασος, διαχρονικό σύμβολο της Κορίνθου, καθώς και το Αρχαίο Ωδείο. Δεν γνωρίζω σε ποιο βαθμό κάθε ένα από αυτά τα στοιχεία μεταφράστηκε άμεσα σε μουσικό υλικό, γνωρίζω όμως ότι αποτέλεσαν μέρος της έμπνευσης και του φαντασιακού κόσμου μέσα στον οποίο γεννήθηκε το έργο.

Μιλήσατε και σε λεπτομέρειες προς ποια κατεύθυνση θα προχωρούσε το έργο;

Κάποια στιγμή μιλήσαμε για το ποιες αναφορές σε παλαιότερες συνθέσεις του θα μπορούσαν να εμφανιστούν μέσα στο νέο κοντσέρτο. Συζητήσαμε στοιχεία που αγαπώ ιδιαίτερα στη γραφή του, άλλοτε ενορχηστρωτικά, άλλοτε ρυθμικά ή μελωδικά, και την ιδέα να λειτουργούν ως διακριτικές αναμνήσεις ή «σκιές» προηγούμενων έργων του μέσα στα διαφορετικά μέρη της σύνθεσης.

Η διάρκεια για την οποία είχαμε συμφωνήσει ήταν 20-22 λεπτά. Τελικά όμως παρέδωσε ένα κοντσέρτο 29-31 λεπτών μουσικής. Μάλιστα, σε ένα ηχητικό μήνυμά του μου ανέφερε πως είναι πολύ χαρούμενος γιατί δουλεύει καλά με το υλικό και είναι ικανοποιημένος, καθώς και πως του δίνει μεγάλη χαρά να ξαναγράψει κοντσέρτο μετά από μία δεκαετία. Το κοντσέρτο αυτό είναι το 13ο κοντσέρτο για κιθάρα και ορχήστρα και τελικά αποτελείται από τρία μέρη: 1ο Κρήνη Πειρήνη, 2ο Αρχαία Αγορά, 3ο Ναός του Απόλλωνα.

Ποια είναι κατά τη γνώμη σας υφολογικά η θέση του έργου στο σημερινό ρεπερτόριο της κιθάρας;

Από υφολογική άποψη, θεωρώ ότι το Κοντσέρτο της Κορίνθου καταλαμβάνει μια πολύ ενδιαφέρουσα θέση στο σημερινό ρεπερτόριο της κιθάρας. Ανήκει στην ώριμη δημιουργική περίοδο του Brouwer και συμπυκνώνει πολλές από τις αρετές που τον έχουν καταστήσει μία από τις σημαντικότερες μορφές της μουσικής για κιθάρα των τελευταίων δεκαετιών.

Για πολλά χρόνια η κιθάρα ήταν κάπως παραμελημένη στον κλασικό χώρο. Τώρα ζει μια άνθηση.

Πιστεύω ότι σήμερα η κιθάρα βρίσκεται σε μια από τις πιο δημιουργικές περιόδους της ιστορίας της. Καταρχάς, υπάρχουν πλέον πάρα πολλοί κιθαρίστες που έχουν οδηγήσει την τεχνική του οργάνου σε εξαιρετικά υψηλό επίπεδο. Παράλληλα, βλέπουμε ολοένα και περισσότερους σημαντικούς συνθέτες σύγχρονης μουσικής να ενδιαφέρονται να γράψουν για την κιθάρα, είτε σόλο είτε σε έργα μουσικής δωματίου ή με ορχήστρα. Πρέπει να θυμόμαστε ότι η κλασική κιθάρα, με τη μορφή που τη γνωρίζουμε σήμερα, είναι ένα σχετικά νέο όργανο, με ιστορία περίπου 150 ετών. Αυτό σημαίνει ότι το ρεπερτόριό της εξακολουθεί να αναπτύσσεται και να διευρύνεται. Όσο εξελίσσεται η τεχνική του οργάνου και όσο περισσότεροι δημιουργοί στρέφονται προς αυτό, τόσο περισσότερο θα ενισχύεται η παρουσία του στο διεθνές μουσικό προσκήνιο.

Ένα ακόμη στοιχείο που θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό είναι η διαρκής διεύρυνση του ρεπερτορίου μέσα από μεταγραφές. Με ενδιαφέρει πολύ η μεταφορά έργων από το πιάνο ή άλλα όργανα στην κιθάρα, καθώς και οι νέοι συνδυασμοί της με τη φωνή και με διαφορετικά σύνολα μουσικής δωματίου. Η κιθάρα έχει αποδείξει ότι μπορεί να σταθεί δημιουργικά σε πολύ περισσότερα πλαίσια από όσα πιστεύαμε παλαιότερα.

Ταυτόχρονα, η εξέλιξη της τεχνολογίας έχει λύσει πολλά πρακτικά ζητήματα που παλαιότερα περιόριζαν το όργανο. Σήμερα, με την κατάλληλη ηχητική υποστήριξη, η κιθάρα μπορεί να συνυπάρξει ιδανικά με ορχήστρες, σύνολα και λυρικούς τραγουδιστές, διατηρώντας τον χαρακτήρα και την εκφραστικότητά της. Γι’ αυτό θεωρώ ότι η σημερινή άνθηση της κιθάρας δεν είναι συγκυριακή. Είναι το αποτέλεσμα μιας μακράς εξελικτικής πορείας και πιστεύω ότι τα επόμενα χρόνια το όργανο

θα συνεχίσει να κερδίζει έδαφος, τόσο στο ενδιαφέρον των συνθετών όσο και στην αγάπη του κοινού.

Η κιθάρα στις διαφορετικές μορφές της χρησιμοποιείται σε πολλά μουσικά είδη. Αυτό αποτυπώνεται στο ρεπερτόριο. Εσείς ο ίδιος παίζετε πολλά είδη κιθάρας, ακόμα και ηλεκτρική. Πειραματίζεστε.

Η ομορφιά της κιθάρας, για εμένα, βρίσκεται ακριβώς στο ότι δεν ανήκει αποκλειστικά σε κανέναν μουσικό κόσμο. Υπάρχει σε πάρα πολλά διαφορετικά είδη μουσικής και σε πολλές διαφορετικές μορφές. Αυτό είναι κάτι που πάντα με γοήτευε και εξακολουθεί να με απελευθερώνει καλλιτεχνικά.

Η κιθάρα σου επιτρέπει να σκέφτεσαι ενορχηστρωτικά μέσα από το ίδιο το όργανο. Μπορείς να αλλάζεις όργανα, να χρησιμοποιείς ηλεκτρονικούς ήχους και πετάλια, να παίζεις με πένα ή με τα δάχτυλα, να χρησιμοποιείς τεχνικές όπως το strumming ή να εξερευνείς τη μοναδική ηχητική παλέτα της κλασικής κιθάρας. Όλες αυτές οι δυνατότητες έχουν αρχίσει να αποτυπώνονται όλο και περισσότερο και στο σύγχρονο ρεπερτόριο, κάτι που εξηγεί ίσως γιατί τόσοι πολλοί συνθέτες ενδιαφέρονται σήμερα να γράψουν για το όργανο.

Εσείς πώς ενδιαφερθήκατε για την κιθάρα αρχικά; Τελικά αυτό το αρχικό ερέθισμα επαληθεύτηκε, εξακολουθεί να ισχύει ως τώρα, ή βρήκατε μια άλλη πορεία;

Προσωπικά, μεγάλωσα σε ένα σπίτι γεμάτο μουσικά ερεθίσματα και κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι η κιθάρα ήταν παρούσα σχεδόν σε κάθε μουσική που αγαπούσα. Από τη λαϊκή μουσική μέχρι τη rock, τη metal, τη jazz, το flamenco, τη μουσική της Λατινικής Αμερικής, τον Χατζιδάκι, τους Beatles, την pop και φυσικά το κλασικό ρεπερτόριο. Όπου κι αν κοιτούσα, η κιθάρα είχε έναν πρωταγωνιστικό ρόλο.

Αυτό όμως που τελικά με κέρδισε περισσότερο ήταν ο ίδιος ο τρόπος παραγωγής του ήχου. Το γεγονός ότι αγγίζεις άμεσα τη χορδή με τα δάχτυλά σου, χωρίς να μεσολαβεί κάποιο δοξάρι ή ένα πλήκτρο. Υπάρχει κάτι πολύ άμεσο και ανθρώπινο σε αυτή τη σχέση. Νιώθεις ότι αναπνέεις μαζί με το όργανο, ότι συμμετέχεις ο ίδιος στη γέννηση κάθε ήχου. Επίσης, το γεγονός πως για εμένα ο πιο αληθινός και άμεσος τρόπος αφήγησης είναι η φωνή να συνοδεύεται από την κιθάρα. Κουβαλά μια παράδοση που ξεκινά από την αρχαιότητα, από τη λύρα και το λαούτο έως τη σημερινή κλασική κιθάρα.

Φυσικά, δεν μπορώ να παραβλέψω και το γεγονός ότι ο πατέρας μου είναι κιθαριστής. Είμαι βέβαιος ότι βλέποντάς τον να παίζει, θέλησα κι εγώ, ως παιδί, να τον μιμηθώ. Ίσως εκεί να βρίσκεται η πρώτη αφορμή. Όμως η σχέση μου με την κιθάρα από παιδί έγινε πολύ γρήγορα κάτι βαθύτερο. Ήταν πάντοτε μια συντροφιά. Μπορούσα να τη βάλω στην αγκαλιά μου, να τραγουδήσω, να συνοδεύσω τον εαυτό μου, να παίξω μια μελωδία και ταυτόχρονα να χτίσω γύρω της έναν ολόκληρο μουσικό κόσμο.

Και βέβαια υπάρχει και το ίδιο το ρεπερτόριο. Ένα από τα ωραιότερα θέματα που έχουν γραφτεί ποτέ, κατά τη γνώμη μου, είναι το δεύτερο μέρος του Κοντσέρτου του Αρανχουέθ του Ροντρίγο. Το διάσημο ringtone της Nokia, το Gran Vals του Τάρρεγα, το Asturias του Αλμπένιθ στη μεταγραφή για κιθάρα, ή η μουσική του Barrios και άλλα πολλά.

Δημήτρης Κιουσόπουλος

Δημοσιογράφος, Μουσικός Κριτικός

Ο Δημήτρης Κιουσόπουλος είναι μουσικός κριτικός και δημοσιογράφος. Σπούδασε ιστορία, αρχαιολογία, και κλασικές σπουδές στα Πανεπιστήμια Αθηνών και Εδιμβούργου και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές ιστορίας με έμφαση στην κοινωνική ιστορία της μουσικής και της όπερας στην École des Hautes Etudes en Sciences Sociales, Παρίσι, το Berliner Kolleg für Vergleichende Geschichte Europas (BKVGE Freie Universität / Humboldt-Universität) Βερολίνο, και το Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο, Φλωρεντία.

Κύλιση στην κορυφή

Newsletter

Γραφτείστε στο εβδομαδιαίο newsletter του classicalmusic.gr.  Aποστέλλεται κάθε Παρασκευή και περιέχει τα τελευταία νέα μας!