
Ο φετινός Ιούνιος προσέφερε μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα οπτικήγια το πώς μπορεί να αλλάξει η σχέση της κλασικής μουσικής με το κοινό της. Από την Κηφισιά μέχρι την Πνύκα και από τον Κήπο του Μεγάρου μέχρι το Αρχαιολογικό Μουσείο Πειραιά και το Αρχαίο Θέατρο Ζέας, η Αθήνα έμοιαζε για λίγες ημέρες με μια μεγάλη ανοιχτή σκηνή. Όχι με όρους εντυπωσιασμού, αλλά με την έννοια της πρόσβασης: η μουσική βγήκε από τους κλειστούς – και συχνά – επιβλητικούς χώρους και τις μεγάλες αίθουσες και πλησίασε ανθρώπους που ίσως δεν θα την αναζητούσαν εύκολα αλλιώς.
Αυτό δεν είναι μια μικρή αλλαγή. Η κλασική μουσική έχει συνδεθεί, ιδίως τους τελευταίους αιώνες, με χώρους «υψηλής τελετουργίας»: αίθουσες συναυλιών, μέγαρα, αυστηρούς κώδικες ακρόασης. Φυσικά, όλα αυτά έχουν τη σημασία τους. Δημιουργούν συνθήκες συγκέντρωσης, ακρίβειας και βαθιάς ακρόασης. Ταυτόχρονα όμως μπορούν να λειτουργήσουν και ως όριο, ιδίως για ανθρώπους που δεν έχουν εξοικείωση με τον κόσμο της κλασικής μουσικής. Η έξοδος, λοιπόν, προς τον δημόσιο χώρο δεν μειώνει την αξία της· αντίθετα, την κάνει πιο ορατή, πιο προσιτή και πιο παρούσα στη ζωή της πόλης.
Το πιο εντυπωσιακό παράδειγμα ήταν αναμφίβολα η συναυλία της Πνύκας. Στις 21 Ιουνίου, στο πλαίσιο του EUROPIANO, η Αθήνα ενώθηκε με δέκα ακόμη ευρωπαϊκές πόλεις σε μια πανευρωπαϊκή μετάδοση από την ARTE και το ZDF. Η Deutsche Kammerphilharmonie Bremen, υπό τη διεύθυνση του Κωνσταντίνου Καρύδη και με σολίστ τον Lukas Sternath, ερμήνευσε το 5ο Κοντσέρτο για πιάνο του Beethoven, με φόντο τον αττικό ουρανό και την Ακρόπολη. Η παραγωγή ήταν τεράστια: τέσσερις μήνες προετοιμασίας, τέσσερις ημέρες παραγωγής, δύο ημέρες γυρισμάτων, 150 άνθρωποι στην παραγωγή, έντεκα κάμερες και εκατοντάδες ώρες οπτικοακουστικού υλικού.
Με τον τρόπο αυτό αποτυπώθηκε τι σημαίνει κλασική μουσική σε ανοιχτό χώρο. Η Πνύκα δεν αποτέλεσε απλώς ένα εντυπωσιακό φόντο. Ήταν μέρος της εμπειρίας. Η μουσική συνομιλούσε με την ιστορία, την πόλη, τη μνήμη. Και την ίδια στιγμή, στον Κήπο του Μεγάρου, 3.368 θεατές παρακολούθησαν ζωντανά σε μεγάλη οθόνη το σύνολο των ευρωπαϊκών συναυλιών, μετατρέποντας την ακρόαση σε συλλογικό γεγονός.
Αυτό είναι ίσως το πιο γόνιμο στοιχείο αυτής της μετακίνησης. Οι ανοιχτές συναυλίες μπορούν να ανοίξουν νέες διαδρομές προς νεότερους ακροατές, προς ανθρώπους που δεν γνωρίζουν τον «κώδικα» της αίθουσας, προς κοινότητες που συναντιούνται στον δημόσιο χώρο. Η πρώτη επαφή με τον Beethoven, τον Mahler ή τον Bach δεν χρειάζεται πάντα να γίνει μέσα από την επισημότητα ενός εισιτηρίου και μιας κλειστής αίθουσας. Μπορεί να συμβεί σε μια πλατεία, σε έναν κήπο, σε έναν αρχαιολογικό χώρο, μέσα στην ίδια την πόλη.
Υπάρχει όμως και μια βαθύτερη διάσταση: η επαναοικειοποίηση του δημόσιου χώρου. Όταν ένας κήπος, ένας λόφος, ένα άλσος ή ένα αστικό τοπόσημο μετατρέπεται σε χώρο ακρόασης, δεν λειτουργεί απλώς ως σκηνικό. Επιστρέφει στους κατοίκους ως τόπος συνάντησης, συμμετοχής και κοινής εμπειρίας. Σε μια εποχή όπου ο δημόσιος χώρος συχνά περιορίζεται, εμπορευματοποιείται ή χάνει τον συλλογικό του χαρακτήρα, η μουσική μπορεί να τον ζωντανέψει ξανά.
Ωστόσο, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος η εικόνα να γίνει πιο ισχυρή από την ακρόαση. Οι μεγάλες μεταδόσεις, η χρήση drones, οι εμβληματικοί χώροι και η τηλεοπτική σκηνοθεσία μπορούν εύκολα να μετατρέψουν την κλασική μουσική σε θέαμα αποσυνδεδεμένο από την ουσία του. Το ζητούμενο είναι η ισορροπία: η εικόνα να λειτουργεί ως γέφυρα προς τη μουσική, όχι ως υποκατάστατό της.
Ίσως αυτό να είναι και το ουσιαστικό νόημα της Ημέρας της Μουσικής. Όχι απλώς να ακουστεί περισσότερη μουσική για μία ημέρα, αλλά να ξανασκεφτούμε πού, πώς και με ποιους τη μοιραζόμαστε. Γιατί όταν η κλασική μουσική βγαίνει στον δημόσιο χώρο, δεν αλλάζει μόνο το σκηνικό. Αλλάζει και η σχέση της με την κοινωνία. Και ίσως εκεί, κάτω από τον αττικό ουρανό και με την Πνύκα να «ακούγεται» σε ολόκληρη την Ευρώπη, να φάνηκε καθαρά πως η κλασική μουσική μπορεί να είναι ταυτόχρονα υψηλή τέχνη και κοινή εμπειρία.

