
Υπάρχουν συναυλίες που τις παρακολουθείς απλώς ως ακροατής και άλλες που, όταν είσαι μουσικός της ίδιας πόλης, αναπόφευκτα τις ακούς λίγο διαφορετικά. Γνωρίζεις την ορχήστρα, έχεις παρακολουθήσει τη διαδρομή των ανθρώπων της, έχεις βρεθεί μαζί τους στη σκηνή ή στην πλατεία και, μέσα στη μουσική, ακούς κάποιες φορές και τον χρόνο που έχει περάσει.
Κάπως έτσι άκουσα τη συναυλία «Μητέρα Γη» της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης, την Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, με τον Μίλτο Λογιάδη στο πόντιουμ και τον Fazıl Say στο πιάνο.
Χαίρομαι κάθε φορά που βλέπω τον Μίλτο να διευθύνει. Η ακρίβεια και η πλαστικότητα υπήρχαν πάντα στη διεύθυνσή του· σήμερα όμως αυτή η πλαστικότητα έχει γίνει αναπόσπαστο μέρος της ίδιας της έκφρασής του. Δεν είναι απλώς ποιότητα της κίνησης, αλλά ο τρόπος με τον οποίο γεννιέται και μεταδίδεται η μουσική. Κάτω από τα χέρια του αισθάνεσαι ένα ολόκληρο σύνολο μουσικών να δονείται, να αναπνέει, να κινείται μαζί του.
Και είναι όμορφο να παρακολουθεί κανείς αυτή τη διαδρομή μέσα στον χρόνο — γιατί όλοι μεγαλώνουμε και μαζί μας ωριμάζει και ο τρόπος με τον οποίο μιλάμε μέσα από τη μουσική. Στον Μίλτο υπάρχει σήμερα μια εντυπωσιακή οικονομία της κίνησης: τίποτα περιττό, τίποτα που να διεκδικεί την προσοχή για τον εαυτό του. Λιγνός, νευρώδης, απόλυτα συγκεντρωμένος και συγχρόνως έντονα εκφραστικός, κάποιες στιγμές μού έφερε στον νου τον Δημήτρη Μητρόπουλο. Όχι ως σύγκριση — τέτοιες συγκρίσεις άλλωστε δύσκολα έχουν νόημα — αλλά ως εικόνα: εκείνη τη σχεδόν ασκητική φιγούρα του μαέστρου που δεν μοιάζει να στέκεται απέναντι από την ορχήστρα, αλλά μέσα στον ίδιο της τον παλμό.

Και απέναντί του ο Fazıl Say, μια έντονα προσωπική μουσική παρουσία, από εκείνες στις οποίες δύσκολα διαχωρίζεις τον συνθέτη από τον ερμηνευτή.
Το Mother Earth, έργο 111, γραμμένο το 2024 και δομημένο σε επτά μέρη —Prelude, Earth, Forest, Interlude, Sea/Deniz, River, Postlude— δεν το άκουσα τόσο ως ένα ακόμη κοντσέρτο για πιάνο. Το άκουσα περισσότερο ως μια διαδρομή μέσα σε ήχους γης. Υπήρχε κάτι πρωτογενές στις υφές του, κάτι που άλλοτε έμοιαζε να αναδύεται από το χώμα και άλλοτε από το νερό· κάτι γνώριμο και ταυτόχρονα μακρινό. Ο Say έχει αυτή την ιδιαίτερη ικανότητα να μετακινείται από το σύγχρονο στο αρχέγονο χωρίς να αντιλαμβάνεσαι πάντα το σημείο της μετάβασης.
Και όταν ο συνθέτης βρίσκεται ο ίδιος στο πιάνο, η ακρόαση αποκτά αναπόφευκτα μια διαφορετική διάσταση. Δεν ακούς απλώς μια ερμηνεία του έργου· παρακολουθείς τον ίδιο τον δημιουργό να επιστρέφει στον ήχο που συνέλαβε. Για μένα, ως πιανίστα, αυτό ήταν ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της βραδιάς: η αμεσότητα της σχέσης ανάμεσα στη σκέψη, τη χειρονομία και τον ήχο. Στον Say τα όρια ανάμεσα στη σύνθεση και την ερμηνεία μοιάζουν να γίνονται στιγμές στιγμές δυσδιάκριτα — σαν το έργο να συνεχίζει να δημιουργείται την ώρα που παίζεται.
Στο δεύτερο μέρος, με τα επιλεγμένα Λαϊκά Τραγούδια των Τεσσάρων Εποχών του Ralph Vaughan Williams, άλλαξε όχι μόνο το ηχητικό τοπίο αλλά και η ίδια η αίσθηση της ακρόασης. Το γυναικείο φωνητικό σύνολο Voci Contra Tempo έφερε στη σκηνή έναν εξαιρετικά φροντισμένο ήχο, με ομοιογένεια, διαύγεια και μια πολύ συγκεκριμένη ηχητική ταυτότητα.
Εδώ η δουλειά της Σοφίας Γιολδάση γίνεται αμέσως αισθητή. Και γίνεται αισθητή πριν ακόμη αρχίσει κανείς να αναλύει φράσεις, άρθρωση ή δυναμικές. Βρίσκεται στην ίδια τη σύνθεση του φωνητικού συνόλου, στην επιλογή των φωνών, στις μεταξύ τους αναλογίες και, τελικά, στο ηχόχρωμα που έχει κατορθώσει να δημιουργήσει. Αυτό είναι, νομίζω, ένα από τα δυσκολότερα και ομορφότερα πράγματα σε ένα φωνητικό σύνολο: να διακρίνεις την ιδιαιτερότητα της ανθρώπινης φωνής και συγχρόνως να αισθάνεσαι ότι όλες μαζί αναπνέουν ως ένα σώμα.
Η βραδιά ολοκληρώθηκε με τον Bedřich Smetana και δύο συμφωνικά ποιήματα από το Má vlast: το From Bohemia’s Woods and Fields και τη Vltava. Εκεί έγινε ακόμη πιο φανερή η εσωτερική σύνδεση του προγράμματος. Από τη «γη» του Say, στη φύση και τη λαϊκή μνήμη του Vaughan Williams και από εκεί στη γη που γίνεται τόπος, μνήμη και πατρίδα στον Smetana.

Τρεις διαφορετικές μουσικές γλώσσες, τρεις διαφορετικοί χρόνοι, τρεις διαφορετικοί τρόποι να μιλήσει κανείς για κάτι που μας αφορά όλους: τη σχέση μας με τον τόπο.
Ίσως γι’ αυτό, φεύγοντας από την αίθουσα, δεν σκεφτόμουν τόσο μεμονωμένες ερμηνείες ή στιγμές. Μου έμεινε περισσότερο μια αίσθηση: γη, νερό, φωνές, μνήμη, τόπος.
Και για εμάς που ζούμε και κάνουμε μουσική σε αυτή την πόλη, έχει μια ιδιαίτερη σημασία να παρακολουθούμε την ορχήστρα της να δημιουργεί βραδιές που δεν εξαντλούνται στο «τι παίχτηκε» και «πώς παίχτηκε», αλλά αφήνουν χώρο και για κάτι ακόμη: για εκείνες τις προσωπικές συνδέσεις που ο καθένας παίρνει μαζί του, όταν τα φώτα της αίθουσας ανάψουν ξανά.

