
Μια από τις μεγαλύτερες απολαύσεις για κάποιον που παρακολουθεί τις παραστατικές τέχνες, είναι όταν παρακολουθεί μια παράσταση έχοντας ελάχιστα –ή και καθόλου- στοιχεία για το τι είναι αυτό που πρόκειται να δει, και αφήνει την αίθουσα κατάπληκτος, αιφνιδιασμένος, γεμάτος θαυμασμό και συγκίνηση για το καλλιτεχνικό γεγονός που ξετυλίχθηκε μπροστά στα μάτια του. Αυτό ακριβώς συνέβη με το «Proprietà Privata» (Ατομική Ιδιοκτησία) που παρουσιάστηκε στο Βερολίνο για δύο μόνο μέρες, στις 3 και 4 Απριλίου, Μεγάλη Παρασκευή και Μεγάλο Σαββάτο για τους γερμανούς.
Τα στοιχεία που εύκολα μπορεί να παραθέσει κανείς εύκολα, είναι πως πρόκειται για ένα μεικτό θέαμα με υπότιτλο «Οι influencersτου Θεού έρχονται», που περιλαμβάνει αποσπάσματα από «Τα πάθη κατά Ματθαίον» του Μπαχ, το ημιτελές «Christus» του Μέντελσον Μπαρτόλντυ, αλλά και ολόκληρο το σπανιότατα παιζόμενο ορατόριο «Πύρινες Γλώσσες» του δικού μας Γιάννη Χρήστου. Σε αυτό το τελευταίο ακούσαμε και δύο «δικούς μας» καλλιτέχνες, τη μέτζο σοπράνο Μάρθα Σωτηρίου και τον βαρύτονο Στέφανο Τσιράκογλου. Έπαιξαν, εκτός από τους ηθοποιούς του θεατρικού κομματιού της παράστασης, η Ορχήστρα Δωματίου του Βερολίνου υπό τη διεύθυνση του Kai-Uwe Jirka, και συμμετείχαν τρεις (3!) χορωδίες.

Το έργο του Κρίστιαν Φίλιπς δεν είναι τίποτα λιγότερο από καταιγιστικό: δεν διστάζει να θίξει από ζητήματα θεολογικά, φιλοσοφικά και πολιτικά, μέχρι και την επαπειλούμενη ιδιωτικοποίηση της Volksbühne, με αφορμή την απόπειρα μιας ομάδας καλλιτεχνών να ανεβάσουν μια παράσταση πάνω στα Πάθη του Χριστού.
Είναι αδύνατο να μην αναρωτηθεί κανείς πάνω στην ανεκτικότητα της ελληνικής κοινωνίας σε αντιστοιχία με την αντιμετώπιση που έχει ένα τέτοιο θέαμα στη Γερμανία ή και στις περισσότερες άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ακόμα πιο πολύ –και με αφορμή τα πρόσφατα επεισόδια που έλαβαν χώρα έξω από το Ναό των Δώδεκα Αποστόλων στη Θεσσαλονίκη με αφορμή συναυλία που διοργανώθηκε εκεί, και μάλιστα την ίδια μέρα –Παρασκευή 3 Απριλίου- που έκανε πρεμιέρα το «Proprietà Privata»: γιατί απαιτείται ανεκτικότητα για την πραγματοποίηση ενός καλλιτεχνικού γεγονότος; Στη Θεσσαλονίκη, επρόκειτο απλά για μια εκδήλωση όπου μια σοπράνο τραγούδησε θρησκευτικούς ύμνους –και μάλιστα με τη Μητρόπολη ως συνδιοργανώτρια. Ο Παζολίνι θα είχε πολλά να δηλώσει επ’αυτού… Στο Βερολίνο, ανήμερα τη Μεγάλη Παρασκευή, είδαμε επί σκηνής μια γυναίκα στο ρόλο του Εσταυρωμένου, καθώς και διάφορα άλλα τολμήματα, όπως αντιστοίχιση πολιτικών γεγονότων με τα Θεία Πάθη και άλλες σκηνές με συμπαραδηλώσεις που δεν δίσταζαν να υπερβούν τα εσκαμμένα. Κι όμως, ουδείς από το πολυπληθέστατο κοινό της αίθουσας -καθότι η εκδήλωση ήταν soldout, όπως λέμε και στο χωριό μου στη Μάνη- δεν ένιωσε να θίγεται το θρησκευτικό του συναίσθημα και δεν κατελήφθη από ιερή αγανάκτηση. Αντιθέτως, το χειροκρότημα υπήρξε πηγαίο, ενθουσιώδες και επανειλημμένο.

Αυτό που καθηλώνει σε αυτή τη μικτή θεατρική-μουσική παράσταση είναι τόσο το μέγεθος όσο και η αρτιότητά της –ας μην ξεχνάμε πως πρόκειται για ένα θέαμα προορισμένο να παρουσιαστεί μόνο δύο βράδια. Εξαιρετική δραματουργία με σκέψη, τόλμη και δομή, επιβλητική σκηνογραφία σε δύο-τρία επίπεδα, και κυρίως: άψογη μουσική εκτέλεση. Η επιτυχία ξεκινά από τη σύλληψη: ο συνδυασμός αποσπασμάτων του Μπαχ και του Μέντελσον με το ορατόρια του Γιάννη Χρήστου για την πεντηκοστή, εμπεριέχει τον προφανή κίνδυνο να παραμείνει στο επίπεδο μιας αταίριαστης, σχεδόν τυχαίας συνύπαρξης με βάση το θεματικό και μόνο άξονα. Και όμως: το αποτέλεσμα ήταν δομημένο, με μια προσεκτική ηχητική δραματουργία που διέσχισε αβίαστα το χρόνο που χωρίζει τους τρεις δημιουργούς μεταξύ τους και χάρισε στους τυχερούς ακροατές μια αληθινά ουσιαστική μουσική εμπειρία. Ιδανικός κι ο συνδυασμός ενός κοινού πεπαιδευμένου, που έχει παρακολουθήσει συναυλίες από νεαρή ηλικία, με ορχήστρες και χορωδίες που γνωρίζουν πού απευθύνονται και διαθέτουν ένα επίπεδο που αντιστοιχεί στις απαιτήσεις του. Χωρίς καμιά διάθεση για γκρίνια και ζήλιες, υπάρχουν πολλά να διδαχτούμε από αυτή τη σχέση καλλιτεχνών και ακροατών για να αλλάξουμε εκ βάθρων την εγχώρια αντίστοιχη εμπειρία.

Μετά την παράσταση μίλησα με τον βαρύτονο Στέφανο Τσιρακίδη, και μου αφηγήθηκε εν συντομία την πορεία του: από την Ελλάδα στις Ηνωμένες Πολιτείες, κι από εκεί στη Γερμανία από το 2012, με κατάληξη στο Βερολίνο εδώ και ένα χρόνο. Η περιπέτεια ενός έλληνα ελεύθερου επαγγελματία τραγουδιστή της όπερας. Υπάρχουν πολλές τέτοιες ενδιαφέρουσες, γοητευτικές ιστορίες δικών μας καλλιτεχνών. Αξίζει να τις μάθουμε.
