Η ηθοποιός, σκηνοθέτις και γλωσσολόγος μιλά στο classicalmusic.gr για τον ρυθμό και τη μουσικότητα του θεάτρου, τη δύναμη της γλώσσας, την αρχαία τραγωδία και τη δημιουργική συνάντηση διαφορετικών καλλιτεχνικών κόσμων.

Η Ραφίκα Σαουής ανήκει στους δημιουργούς που δύσκολα μπορούν να περιγραφούν με έναν μόνο χαρακτηρισμό. Ηθοποιός, σκηνοθέτις και γλωσσολόγος, απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου και της Royal Academy of Dramatic Art (RADA) του Λονδίνου, έχει διαμορφώσει μια διεθνή πορεία που εκτείνεται από το αρχαίο δράμα και το σύγχρονο θέατρο έως μεγάλες διεθνείς συμπαραγωγές.
Πρόσφατα συμμετείχε σε παραγωγές του Theater of War Productions στο SNF Nostos, δίπλα σε καλλιτέχνες όπως ο Willem Dafoe και ο Jason Isaacs, ενώ ολοκλήρωσε τη σκανδιναβική περιοδεία της παράστασης Agamemnon – The Circle of Blood. Το 2026 επιλέχθηκε ως PROSPERO Artist και αποδέκτρια υποτροφίας για τη συμμετοχή της στο The Next Stage, το διεθνές πρόγραμμα θεατρικών δημιουργών του Dublin Theatre Festival, ως μία από μόλις πέντε καλλιτέχνιδες και καλλιτέχνες από όλη την Ευρώπη. Παράλληλα, εγκαινιάζει ένα νέο δημιουργικό κεφάλαιο με το Θέατρο Μαβίλη, έναν χώρο που φιλοδοξεί να αποτελέσει σημείο συνάντησης διαφορετικών καλλιτεχνικών γλωσσών, σύγχρονων θεατρικών αναζητήσεων και δημιουργικών συνεργειών.
Η σχέση της με τη μουσική υπερβαίνει την έννοια της συνοδείας. Στη σκηνοθετική της σκέψη, ο ήχος, ο ρυθμός, η σιωπή και η κίνηση αποτελούν οργανικά στοιχεία της δραματουργίας. Η μουσική δεν έρχεται απλώς να «ντύσει» μια παράσταση· συνομιλεί με τον λόγο, τον φωτίζει, τον αντιπαραβάλλει και, κάποιες φορές, τον υπερβαίνει.
Με αφορμή τη διεθνή της διαδρομή και την ιδιαίτερη σχέση της με τη μουσική, συνομιλούμε μαζί της για τη μουσικότητα του θεάτρου, τη δύναμη της γλώσσας, την αρχαία τραγωδία, την υποκριτική, την κωμωδία, τις διεθνείς συνεργασίες, τη σχέση της με την κάμερα και το όραμά της για το θέατρο του σήμερα.
Η καλλιτεχνική σας πορεία αναπτύσσεται εδώ και χρόνια σε ένα διεθνές περιβάλλον, ανάμεσα σε διαφορετικές θεατρικές παραδόσεις, γλώσσες και πολιτισμούς. Πώς έχει διαμορφώσει αυτή η διαδρομή τη σκηνοθετική και ερμηνευτική σας ματιά;
Δεν νιώθω ότι έχω ταξιδέψει απλώς από χώρα σε χώρα. Νιώθω ότι έχω συναντήσει διαφορετικούς τρόπους να βλέπεις και να αφηγείσαι τον κόσμο.
Η βασική μου εκπαίδευση ξεκίνησε στην Ελλάδα, στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, συνεχίστηκε στην Αγγλία και στην Αμερική και, μέσα από πολλά σεμινάρια με σημαντικούς δασκάλους της υποκριτικής που θαύμαζα, είχα την τύχη να συναντήσω ανθρώπους με βαθιά γνώση της τέχνης του ηθοποιού και διαφορετικές μεθόδους δουλειάς.
Αυτό που κατάλαβα μέσα από αυτές τις εμπειρίες είναι ότι, παρότι οι χώρες έχουν διαφορετικές δομές, διαφορετικούς τρόπους εργασιακής και συστημικής οργάνωσης και διαφορετικές συνθήκες για τους εργαζόμενους στην τέχνη, στο τέλος πολλά πράγματα είναι κοινά.
Εκεί που ο τόπος αλλάζει πραγματικά είναι ο άνθρωπος. Κάθε άνθρωπος είναι μια διαφορετική χώρα για μένα.
Η πιο διαφορετική εμπειρία μου ήταν στο Μεξικό, όπου έζησα για ενάμιση μήνα και δημιούργησα μια performance στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο, στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Εκεί ένιωσα έναν πολιτισμό με ρίζες, με όμορφες διαφορές και με τεράστιο αγώνα.
Ως ηθοποιό, αυτή η διαδρομή με έκανε πιο περίεργη. Να μην ψάχνω να επιβεβαιώσω αυτό που ήδη ξέρω ή να σκαλίζω τις ίδιες λακκούβες στην άμμο, αλλά να αφήνω χώρο για κάτι νέο να γεννηθεί μέσα στην πρόβα. Να με εκπλήσσει η πρόβα. Να είναι ένα ταξίδι.
Ως γλωσσολόγος αλλά και ως ηθοποιός και σκηνοθέτιδα, από πού γεννιέται για εσάς μια παράσταση; Από τον λόγο, από τον ρυθμό, από τη σιωπή ή από κάτι βαθύτερο που προηγείται όλων αυτών;
Θα σου απαντήσω ως ηθοποιός. Πιστεύω όμως ότι και ο λόγος και η σιωπή εμπεριέχουν τον ρυθμό. Από τη στιγμή που αναπνέουμε, έχουμε μέσα μας έναν ρυθμό, έναν παλμό. Η αναπνοή καθορίζει τη μουσικότητα της γλώσσας, την εκφορά του λόγου και είναι ένα πολύ σημαντικό εργαλείο στην υποκριτική και στην ερμηνεία ενός ρόλου. Στην αρχαία τραγωδία, όπως και στον Σαίξπηρ και στα κλασικά κείμενα, η σωματικότητα και ο ρυθμός του λόγου έχουν τεράστια σημασία. Το πώς η ανάσα εγγράφεται στο σώμα, τι δημιουργεί αυτή η διαφορετική ποιότητα αναπνοής και πώς επηρεάζει τη συναισθηματική κατάσταση του ηθοποιού είναι μέρος της δημιουργίας του χαρακτήρα. Όταν δουλεύω πάνω σε ένα κείμενο, προσπαθώ πάντα να ανακαλύψω τη μουσική, το τραγούδι του ρόλου. Αν όλο το κείμενο ήταν ένα τραγούδι, ποια θα ήταν η μελωδία του; Ποιος είναι ο ρυθμός του; Πώς αναπνέει αυτός ο άνθρωπος;
Γιατί κάθε άνθρωπος έχει μια διαφορετική μουσική μέσα του. Αν παρατηρήσουμε τους ανθρώπους γύρω μας, θα δούμε ότι ο καθένας αναπνέει διαφορετικά, μιλά διαφορετικά, έχει έναν δικό του ρυθμό ύπαρξης. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό στα αρχαία κείμενα. Η αρχαία τραγωδία γράφτηκε μέσα από τον ρυθμό του λόγου. Δεν έχουμε δυστυχώς ηχητικές πηγές για να γνωρίζουμε ακριβώς πώς ακουγόταν τότε, αλλά μέσα από τη γλώσσα μπορούμε να καταλάβουμε τη σημασία του ρυθμού, των μακρών και βραχέων συλλαβών, των ήχων και της μουσικότητας. Η φιλολογία με βοήθησε πολύ σε αυτό, γιατί η επαφή με το πρωτότυπο κείμενο σου δίνει μια άλλη σχέση με τη γλώσσα. Δεν είναι μόνο το νόημα των λέξεων, αλλά και το πώς αυτές οι λέξεις κατοικούν μέσα στο σώμα και στη φωνή. Στην αρχαία τραγωδία, ο ρυθμός του λόγου δημιουργεί πολλές φορές την ίδια την ταυτότητα του χαρακτήρα. Μπορούμε να καταλάβουμε τι συμβαίνει μέσα του από τον τρόπο που μιλά. Ένα παράδειγμα είναι η Κασσάνδρα. Στις «Τρωάδες» του Ευριπίδη υπάρχει μια διαφορετική ποιότητα ήχου, μια ανοιχτότητα. Αντίθετα, στην Κασσάνδρα της «Ορέστειας» του Αισχύλου αισθανόμαστε την αγωνία και την ένταση μέσα από την οξύτητα των ήχων και τον τρόπο που εκτοξεύεται ο λόγος, δεν έχει ανοιχτά φωνήεντα και μακρές συλλαβές, αλλά ακολουθίες συμφώνων και βραχείες συλλαβές. “Οτοτοτοτοῖ”, λέει. Γι’ αυτό για μένα ο λόγος, ο ρυθμός, η αναπνοή και η σιωπή δεν είναι διαφορετικά πράγματα. Είναι διαφορετικές μορφές της ίδιας μουσικής. Και αυτή τη μουσική προσπαθώ να ανακαλύπτω κάθε φορά μέσα σε ένα κείμενο και μέσα σε έναν χαρακτήρα.

Έχετε μιλήσει για την εσωτερική «παρτιτούρα» μιας παράστασης. Πώς ανακαλύπτεται αυτή η παρτιτούρα και πότε αισθάνεστε ότι αρχίζει πραγματικά να ζωντανεύει;
Η λέξη «παρτιτούρα» χρησιμοποιείται συχνά μεταφορικά, αλλά για μένα είναι σχεδόν κυριολεκτική. Όπως ένας μουσικός δεν παίζει απλώς νότες, αλλά σχέσεις ανάμεσα στις νότες, έτσι και μια παράσταση δεν αποτελείται από σκηνές αλλά από σχέσεις ανάμεσα στους χαρακτήρες και από τις συγκρούσεις τους.
Η παρτιτούρα δεν πρέπει να επιβάλλεται από τον σκηνοθέτη. Είναι το έργο όπως αποκαλύπτεται μέσα από τη διαδικασία προβών. Μέσα από τις αντιστάσεις των ηθοποιών. Μέσα από στιγμές που αρχικά μοιάζουν αδιέξοδες. Στις πρόβες συχνά νιώθω σαν αρχαιολόγος. Δεν χτίζω κάτι από την αρχή. Ανασκάπτω κάτι που ήδη υπάρχει θαμμένο μέσα στο υλικό. Και όσο περισσότερο προχωρά η δουλειά, τόσο πιο καθαρά αποκαλύπτεται η παρτιτούρα του κειμένου. Η παρτιτούρα —το κείμενο δηλαδή— είναι ο βασικός οδηγός, αν θέλει κάποιος να πετύχει μια αξιοπρεπή διασκευή, κατά τη γνώμη μου. Αυτό συνέβη έντονα και στην παράσταση «Αγαμέμνονας ο κύκλος του αίματος». Υπήρξε μια στιγμή στις πρόβες όπου το υλικό σταμάτησε να είναι μια σειρά από σκηνές και έγινε ένας οργανισμός.
Πότε οι λέξεις παύουν να λειτουργούν μόνο ως φορείς νοήματος και μετατρέπονται σε ήχο, σε ρυθμό και σε σκηνική δράση;
Νομίζω ότι αυτό συμβαίνει όταν οι λέξεις επιστρέφουν στην αρχική τους φύση.
Συχνά αντιμετωπίζουμε τη γλώσσα ως ένα εργαλείο μετάδοσης πληροφοριών. Όμως το θέατρο μάς θυμίζει ότι οι λέξεις υπήρξαν πρώτα ανάγκη, ήχος, ρυθμός, ανάσα και σώμα, πριν γίνουν νόημα. Με συναρπάζει εξίσου ο ήχος τους: η διάρκεια μιας συλλαβής, η αναπνοή πριν από μια φράση, η σιωπή μετά από μια λέξη.
Εκείνη τη στιγμή οι λέξεις παύουν να λειτουργούν απλώς ως φορείς νοήματος. Γίνονται πράξη. Γίνονται κίνηση. Γίνονται ενέργεια που διαπερνά τον ηθοποιό και φτάνει στον θεατή.
Και τότε το θέατρο αποκτά μια σχεδόν τελετουργική διάσταση. Δεν παρακολουθείς απλώς μια ιστορία· συμμετέχεις σε ένα γεγονός που συμβαίνει εδώ και τώρα, μπροστά στα μάτια σου. Ένα γεγονός όπου το νόημα δεν γεννιέται μόνο από όσα λέγονται, αλλά από το πως βιώνονται οι λέξεις, τι σημαίνουν για τον ηθοποιό και για τον ρόλο και από τον τρόπο που ακούγονται, αναπνέονται και μοιράζονται μέσα στον κοινό χώρο της σκηνής.
Η σιωπή είναι απουσία λόγου ή αποτελεί και αυτή μια μορφή έκφρασης που χρειάζεται τη δική της σκηνοθεσία;
Η σιωπή είναι τρομερά ηχηρή. Μπορεί να είναι μια κραυγή πολύ πιο δυνατή από οποιαδήποτε λέξη. Γι’ αυτό δεν τη θεωρώ απουσία λόγου. Αντίθετα, μπορεί να είναι μια από τις πιο εύγλωττες μορφές έκφρασης. Η σιωπή δεν είναι ποτέ πραγματικά στατική· κάτω από την επιφάνειά της υπάρχει πάντα κίνηση, σκέψη, συναίσθημα, προσμονή ή σύγκρουση. Με ενδιαφέρει ιδιαίτερα το γεγονός ότι η σιωπή μπορεί να υπηρετήσει αμέτρητες διαφορετικές συνθήκες. Σιωπούμε όταν πενθούμε, όταν ερωτευόμαστε, όταν φοβόμαστε, όταν θυμώνουμε, όταν αδυνατούμε να αρθρώσουμε αυτό που νιώθουμε. Σιωπούμε επίσης μπροστά στην ομορφιά, όταν γευόμαστε ένα εξαιρετικό φαγητό, όταν ακούμε μια μουσική που μας συγκλονίζει ή όταν βρισκόμαστε απέναντι σε κάτι που μας ξεπερνά. Ακριβώς επειδή μπορεί να σημαίνει τόσα πολλά διαφορετικά πράγματα, η σιωπή χρειάζεται τη δική της σκηνοθεσία. Δεν είναι ένα κενό ανάμεσα στις λέξεις, αλλά ένας ζωντανός χώρος νοήματος. Ένας χώρος όπου ο θεατής καλείται να ακούσει όχι αυτό που λέγεται, αλλά αυτό που πάλλεται κάτω από τα λόγια. Η σιωπή έχει τεράστια δύναμη. Και πολλές φορές είναι εκείνη που αποκαλύπτει όσα οι λέξεις αδυνατούν να εκφράσουν.
Στις παραστάσεις σας η μουσική δεν λειτουργεί ως συνοδεία αλλά ως δραματουργικό στοιχείο. Στη «Μήδεια» και αργότερα στους «Θρήνους Γυναικών», το πιάνο λειτούργησε σχεδόν ως ο Χορός της αρχαίας τραγωδίας, σχολιάζοντας, αφηγούμενο και μετασχηματίζοντας τη δράση. Πώς γεννήθηκε αυτή η αντίληψη και πώς αλλάζει η παράσταση όταν ο μουσικός γίνεται ισότιμος δημιουργικός συνομιλητής του ηθοποιού;
Στη «Μήδεια» και αργότερα στους «Θρήνους Γυναικών», το πιάνο δεν ακολουθούσε τον ηθοποιό. Συνομιλούσε μαζί του. Διαφωνούσε μαζί του. Με ενδιαφέρει πολύ η ιδέα του μουσικού ως περφόρμερ και όχι ως συνοδού. Όταν ο μουσικός βρίσκεται πραγματικά μέσα στη σκηνική δράση, η παράσταση αποκτά ένα δεύτερο επίπεδο αφήγησης. Δημιουργείται μια πολυφωνία.
Υπάρχουν στιγμές όπου μια μουσική φράση μπορεί να λειτουργήσει σαν μονόλογος. Μια αλλαγή αρμονίας μπορεί να αφηγηθεί μια ψυχική κατάρρευση. Ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο μπορεί να λειτουργήσει σαν συλλογική μνήμη.
Αυτό που με συγκινεί περισσότερο είναι όταν ο ηθοποιός και ο μουσικός αρχίζουν να ακούνε ο ένας τον άλλον σε πραγματικό χρόνο. Τότε η παράσταση αποκτά κάτι από τον κίνδυνο της ζωντανής μουσικής. Δεν εκτελείται. Συμβαίνει.
Και το θέατρο, για μένα, είναι πάντα ένα γεγονός που συμβαίνει. Ποτέ κάτι που αναπαράγεται.

Η αρχαία τραγωδία διατρέχει μεγάλο μέρος της πορείας σας. Τι είναι αυτό που εξακολουθεί να σας προκαλεί δημιουργικά κάθε φορά που επιστρέφετε σε αυτήν;
Αυτό που με συγκινεί στην αρχαία τραγωδία είναι ότι δεν προσφέρει λύσεις. Προσφέρει ερωτήματα. Και τα μεγάλα ερωτήματα δεν γερνούν ποτέ.
Κάθε φορά που επιστρέφω στον Αισχύλο, στον Σοφοκλή ή στον Ευριπίδη νιώθω ότι δεν συναντώ απλώς κείμενα. Συναντώ μηχανισμούς ανθρώπινης συνείδησης. Συναντώ ανθρώπους που βρίσκονται αντιμέτωποι με δυνάμεις μεγαλύτερες από τους ίδιους: την εξουσία, τον πόλεμο, τη βία, τη μνήμη, την οικογένεια, τη μοίρα.
Ζούμε σε μια εποχή που συχνά πιστεύει ότι όλα είναι καινούργια. Η τραγωδία μάς υπενθυμίζει ότι τα πιο βαθιά ανθρώπινα διλήμματα παραμένουν ίδια εδώ και χιλιάδες χρόνια. Αλλάζει η τεχνολογία. Δεν αλλάζει η ανθρώπινη καρδιά.
Αυτό που με ενδιαφέρει ιδιαίτερα είναι ότι οι τραγικοί ποιητές δεν αντιμετωπίζουν τον άνθρωπο ως ήρωα ή ως θύμα. Τον αντιμετωπίζουν ως ένα αντιφατικό ον. Ικανό για μεγαλείο και καταστροφή ταυτόχρονα.
Ίσως γι’ αυτό η τραγωδία παραμένει τόσο σύγχρονη. Ζούμε μέσα σε πολέμους, μετακινήσεις πληθυσμών, κοινωνικές συγκρούσεις, κρίσεις ταυτότητας. Όλα αυτά υπάρχουν ήδη μέσα στα τραγικά κείμενα.
Κάθε νέα προσέγγιση για μένα δεν είναι μια προσπάθεια «εκσυγχρόνισης» της τραγωδίας. Είναι μια προσπάθεια να ακούσω τι έχει να μας πει σήμερα. Γιατί τα μεγάλα έργα δεν αλλάζουν. Εμείς αλλάζουμε. Και κάθε εποχή φωτίζει διαφορετικά σημεία τους.
Τι σας άφησε η εμπειρία του “Αγαμέμνονα – Ο κύκλος του αίματος” και η συνάντησή του με ένα διεθνές κοινό;
Ο “Αγαμέμνονας – Ο κύκλος του αίματος” ήταν για μένα κάτι πολύ περισσότερο από μια παράσταση. Ήταν μια έρευνα πάνω στους μηχανισμούς της βίας και στον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνίες νομιμοποιούν το έγκλημα στο όνομα μιας υποτιθέμενης ανώτερης αναγκαιότητας. Επιστρέφοντας στον Αισχύλο, δεν με ενδιέφερε να προσεγγίσω το έργο ως ένα ιστορικό μνημείο. Με ενδιέφερε να το διαβάσω μέσα από τις συγκρούσεις του δικού μας κόσμου: τους πολέμους που συνεχίζονται στη Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή, την καταστροφή ολόκληρων κοινωνιών, τις μετακινήσεις πληθυσμών, την πολιτική του αποδιοπομπαίου τράγου και τη διαρκή αναζήτηση κάποιου «άλλου» πάνω στον οποίο θα φορτωθεί η ευθύνη. Στον πυρήνα της ιστορίας βρίσκεται η Ιφιγένεια. Ένα παιδί που θυσιάζεται για να ξεκινήσει ένας πόλεμος. Και αυτό είναι ίσως το πιο ανατριχιαστικό στοιχείο της τραγωδίας: ότι η βία παρουσιάζεται ως αναγκαία, ως ιερή, ως καθήκον. Όμως πίσω από κάθε τέτοια αφήγηση υπάρχει μια ανθρώπινη ζωή που συντρίβεται. Για μένα, η Κλυταιμνήστρα δεν είναι απλώς μια μυθική μορφή. Είναι η μητέρα που έχασε το παιδί της. Είναι μια φιγούρα που μπορούμε να αναγνωρίσουμε σήμερα σε κάθε τόπο όπου ένας πόλεμος ζητά θυσίες από τους πιο αδύναμους.
Αυτό που με συγκλόνισε στις διεθνείς παρουσιάσεις του έργου ήταν ότι θεατές από πολύ διαφορετικές χώρες αναγνώριζαν αμέσως αυτές τις δυναμικές. Δεν έβλεπαν απλώς μια αρχαία ελληνική ιστορία. Έβλεπαν τους δικούς τους κύκλους βίας, τις δικές τους ιστορίες απώλειας, τις δικές τους εμπειρίες αποκλεισμού, πολέμου και τραύματος.
Η τραγωδία αποκαλύπτει κάτι που παραμένει βαθιά σύγχρονο: ότι οι αυτοκρατορικές λογικές, οι σχέσεις ηγεμονίας και η εργαλειοποίηση του φόβου δεν ανήκουν μόνο στο παρελθόν. Επανεμφανίζονται διαρκώς με διαφορετικές μορφές. Γι’ αυτό και το έργο συνεχίζει να μας αφορά. Όχι επειδή μας μιλά για τους Ατρείδες, αλλά επειδή μας καλεί να αναρωτηθούμε ποιοι είναι σήμερα οι Ιφιγένειες του κόσμου μας και ποια αφηγήματα χρησιμοποιούνται για να δικαιολογήσουν τη θυσία τους.
Αυτή η διαδρομή μού επιβεβαίωσε κάτι που πιστεύω βαθιά: ότι η τραγωδία δεν μιλά για το παρελθόν. Μιλά για το παρόν. Και ότι το θέατρο εξακολουθεί να είναι ένας χώρος όπου άνθρωποι διαφορετικών γλωσσών, εθνικοτήτων και εμπειριών μπορούν να συναντηθούν και να αναγνωρίσουν ο ένας στον άλλον μια κοινή ανθρώπινη ευαλωτότητα.
Σε μια εποχή κατακερματισμού και πολώσεων, αυτή υπήρξε ίσως η σημαντικότερη εμπειρία που μου άφησε το έργο: η υπενθύμιση ότι το θέατρο μπορεί ακόμη να δημιουργεί έναν κοινό χώρο σκέψης, μνήμης και ευθύνης.
Η καλλιτεχνική σας πορεία εκτείνεται από το θέατρο στον κινηματογράφο, την τηλεόραση και τις διεθνείς πλατφόρμες. Τι αλλάζει για εσάς όταν μεταβαίνετε από τη ζωντανή εμπειρία της σκηνής στον φακό; Υπάρχει κάτι που παραμένει αναλλοίωτο στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζετε κάθε ρόλο;
Στο θέατρο η ενέργεια ταξιδεύει προς τα έξω. Το σώμα, η φωνή, η παρουσία πρέπει να φτάσουν μέχρι τον τελευταίο θεατή της πλατείας. Υπάρχει μια αίσθηση τελετουργίας. Ένα συλλογικό γεγονός που συμβαίνει μία φορά και δεν επαναλαμβάνεται ποτέ με τον ίδιο τρόπο.
Στον κινηματογράφο ή στην τηλεόραση η κάμερα πλησιάζει επικίνδυνα κοντά. Βλέπει πράγματα που ούτε ο ίδιος ο ηθοποιός δεν γνωρίζει ότι αποκαλύπτει. Εκεί η τεχνική είναι διαφορετική. Δεν χρειάζεται να εξωτερικεύσεις το συναίσθημα. Πρέπει να του επιτρέψεις να υπάρξει.
Και όμως, βαθιά μέσα μου, η διαδικασία παραμένει ίδια. Ξεκινώ πάντα από την ίδια ερώτηση: ποια είναι η πληγή αυτού του ανθρώπου; Τι φοβάται περισσότερο; Τι επιθυμεί τόσο πολύ ώστε να είναι πρόθυμος να καταστραφεί γι’ αυτό;
Δεν με ενδιαφέρει να κρίνω τους χαρακτήρες. Με ενδιαφέρει να τους καταλάβω. Ακόμη και όταν είναι σκοτεινοί, αντιφατικοί ή ηθικά αμφίσημοι.
Ίσως επειδή πιστεύω ότι η υποκριτική δεν είναι η τέχνη της μεταμόρφωσης. Είναι η τέχνη της αναγνώρισης. Αναγνωρίζεις ένα κομμάτι του εαυτού σου μέσα στον άλλον.
Και αυτή η διαδικασία παραμένει ίδια είτε βρίσκομαι σε μια μικρή θεατρική σκηνή είτε μπροστά σε μια κινηματογραφική κάμερα.

Έχετε ερμηνεύσει τόσο δραματικούς όσο και κωμικούς ρόλους. Τι σας γοητεύει στην κωμωδία και τι σας διδάσκει που ίσως δεν μπορεί να σας διδάξει η τραγωδία;
Αυτό που αγαπώ στην κωμωδία είναι η βαθιά της σχέση με την ανθρώπινη ατέλεια. Οι τραγικοί ήρωες συχνά συγκρούονται με τη μοίρα. Οι κωμικοί ήρωες συγκρούονται με τον ίδιο τους τον εαυτό. Με τη ματαιοδοξία τους, τις ψευδαισθήσεις τους, τις αδυναμίες τους.
Και αυτό είναι βαθιά ανθρώπινο. Η κωμωδία μου έχει διδάξει ταπεινότητα. Μου έχει διδάξει ρυθμό. Μου έχει διδάξει ότι η ακρίβεια είναι εξίσου σημαντική με το συναίσθημα. Αλλά κυρίως μου έχει διδάξει κάτι που συχνά ξεχνάμε: ότι το γέλιο και το πένθος κατοικούν πολύ κοντά το ένα στο άλλο. Στις πιο δύσκολες στιγμές της ανθρώπινης ιστορίας οι άνθρωποι εξακολουθούν να γελούν. Όχι επειδή αγνοούν την πραγματικότητα. Αλλά επειδή προσπαθούν να επιβιώσουν μέσα σε αυτήν. Και ίσως εκεί να συναντιούνται τελικά η κωμωδία και η τραγωδία. Και οι δύο μιλούν για την ευθραυστότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Απλώς χρησιμοποιούν διαφορετική μουσική.
Συνεργαστήκατε με καλλιτέχνες όπως ο Willem Dafoe και ο Jason Isaacs στο πλαίσιο του Theater of War Productions. Τι κάνει μια καλλιτεχνική συνάντηση πραγματικά δημιουργική, ανεξάρτητα από την αναγνωρισιμότητα των συμμετεχόντων;
Οι πιο ουσιαστικές καλλιτεχνικές συναντήσεις που έχω ζήσει δεν χαρακτηρίζονταν από τη φήμη των ανθρώπων που συμμετείχαν αλλά από την ποιότητα της παρουσίας τους.
Αυτό που με εντυπωσίασε σε καλλιτέχνες όπως ο Willem Dafoe ή ο Jason Isaacs δεν ήταν η αναγνωρισιμότητά τους. Ήταν η περιέργειά τους. Η διαθεσιμότητά τους. Η προθυμία τους να μπουν σε μια διαδικασία χωρίς να γνωρίζουν εκ των προτέρων πού θα οδηγήσει.
Στο Theater of War το κέντρο δεν είναι η επίδειξη, αλλά η δημιουργία ενός ensemble από όλο τον κόσμο, στο οποίο κάθε ηθοποιός είναι διαθέσιμος ανά πάσα στιγμή, με ένα τηλεφώνημα, να παίξει σε ένα στρατόπεδο, στις φυλακές, σε μια πλατεία ή σε ένα μεγάλο θέατρο, με στόχο τον διάλογο με το κοινό. Στόχος είναι η κοινή αναμέτρηση με ένα κείμενο που εξακολουθεί να μας αφορά δύο χιλιάδες χρόνια μετά τη συγγραφή του.
Όταν οι εγωισμοί αποσύρονται και η προσοχή στρέφεται στο έργο, συμβαίνει κάτι πολύ σπάνιο. Δημιουργείται ένας χώρος εμπιστοσύνης. Ένας χώρος όπου μπορείς να ρισκάρεις, να αποτύχεις, να αμφισβητήσεις τον εαυτό σου. Για μένα αυτή είναι η ουσία κάθε δημιουργικής συνεργασίας. Όχι η επιβεβαίωση όσων ήδη γνωρίζουμε, αλλά η δυνατότητα να ανακαλύψουμε κάτι που κανείς μας δεν θα μπορούσε να φτάσει μόνος του.
Μετά από μια τόσο πλούσια διεθνή διαδρομή, επιλέγετε να δημιουργήσετε το Θέατρο Μαβίλη. Γιατί αισθανθήκατε ότι είχε έρθει η στιγμή να αποκτήσει η καλλιτεχνική σας σκέψη έναν δικό της χώρο;
Το Θέατρο Μαβίλη γεννήθηκε από την επιθυμία να υπάρξει ένα καλλιτεχνικό σπίτι όπου η έρευνα, η δημιουργία και ο διάλογος μπορούν να αναπτυχθούν σε βάθος χρόνου. Ένας χώρος που δημιουργήσαμε μαζί με τον εικαστικό Μιχάλη Αργυρού όπου ονειρευόμαστε οι παραστάσεις να μην εμφανίζονται αποσπασματικά αλλά αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης συνομιλίας και θεματικής κάθε φορά.
Για μένα όμως το θέατρο είναι και ένας τρόπος να συναντάς τον άλλον.
Σε μια εποχή απομόνωσης, ταχύτητας και κατακερματισμού, οικονομικής πενίας στον πολιτισμό, η δημιουργία ενός φυσικού χώρου συνάντησης μου φάνηκε σχεδόν αναγκαία πράξη.
Ποιο είναι το όραμά σας για το Θέατρο Μαβίλη; Πώς θα θέλατε να συμβάλει στον σύγχρονο πολιτιστικό χάρτη της Αθήνας και τι είδους καλλιτεχνικές συναντήσεις ονειρεύεστε να φιλοξενήσει;
Ονειρεύομαι ένα θέατρο ανοιχτό στον κόσμο αλλά βαθιά συνδεδεμένο με την πόλη και τη γειτονιά του.
Έναν χώρο όπου μπορούν να συνυπάρχουν διαφορετικές γενιές, διαφορετικές γλώσσες, διαφορετικές αισθητικές και διαφορετικές αφηγήσεις. Θα ήταν πολύ ωραίο να υπάρχουν νέες αφηγήσεις.
Θα ήθελα να φιλοξενεί νέες φωνές, σύγχρονη δραματουργία, εκπαιδευτικά εργαστήρια και οτιδήποτε προωθεί τον διάλογο και την έρευνα. Έναν χώρο προσβάσιμο στην γειτονιά και σε όλους τους εργάτες τέχνης.

Αν είχατε την απόλυτη ελευθερία να σχεδιάσετε μια παράσταση χωρίς κανέναν περιορισμό, ποιο έργο ή ποια ιδέα θα θέλατε να πραγματοποιήσετε;
Έχω αρκετές. Το πρόβλημα δεν είναι να βρω ιδέες, είναι να βρω τα χρήματα για να τις κάνω. Με ενδιαφέρει εδώ και χρόνια η σχέση της αρχαίας τραγωδίας με σύγχρονες πραγματικές ιστορίες. Όχι όμως να πάρουμε ένα αρχαίο έργο και να του φορέσουμε με το ζόρι μια σύγχρονη πολιτική ανάγνωση. Με ενδιαφέρει τι συμβαίνει όταν ένα πολύ παλιό κείμενο συναντήσει πραγματικούς ανθρώπους και πραγματικές εμπειρίες του σήμερα. Και θα ήθελα να υπάρχει η δυνατότητα μιας μεγάλης περιόδου προβών. Αυτό για μένα είναι ίσως η μεγαλύτερη πολυτέλεια.
Αν μπορούσατε να συνεργαστείτε με έναν συνθέτη οποιασδήποτε εποχής, ποιον θα επιλέγατε και γιατί;
Τον Max Richter.
Η μουσική του με αφορά πολύ γιατί καταφέρνει να είναι σύγχρονη και ταυτόχρονα να έχει μια πολύ δυνατή σχέση με την κλασική μουσική. Έχει δομή και ακρίβεια, αλλά δεν είναι ψυχρή. Μπορεί να δημιουργήσει συναίσθημα χωρίς να σου υπαγορεύει τι πρέπει να αισθανθείς. Με ενδιαφέρει επίσης ο τρόπος που δουλεύει με την επανάληψη, τον χρόνο και τη μνήμη. Ως ηθοποιός το βρίσκω πολύ κοντά στον τρόπο που δουλεύουμε στην πρόβα: επαναλαμβάνεις κάτι ξανά και ξανά και κάθε φορά μια μικρή αλλαγή μπορεί να μετακινήσει εντελώς τη σκηνή.
Ποια πλευρά της δουλειάς σας πιστεύετε ότι παραμένει ακόμη λιγότερο γνωστή στο κοινό, αλλά θα θέλατε να αναδειχθεί περισσότερο τα επόμενα χρόνια;
Θα ήθελα να κάνω πολύ περισσότερο κινηματογράφο και τηλεόραση. Μου αρέσει πάρα πολύ το γύρισμα και μου αρέσει πολύ η σχέση με την κάμερα.
Έχω κάνει μια διεθνή σειρά που προβάλλεται στο Prime, έχω κάνει περίπου 60 επεισόδια στον Γλυκάνισο στον ΣΚΑΪ και διάφορες άλλες δουλειές, αλλά δεν έχω ακόμη τη συνέχεια που θα ήθελα σε αυτό το κομμάτι της καριέρας μου.
Και αυτή είναι μια πραγματικότητα του επαγγέλματος. Στην Ελλάδα έχουμε πολλούς καλούς ηθοποιούς, σχετικά λίγες παραγωγές και λίγους casting directors, και αναπόφευκτα δημιουργούνται κύκλοι ανθρώπων που συνεργάζονται συχνότερα μεταξύ τους. Έτσι μπορεί να κάνεις μια πολύ καλή δουλειά και μετά να περάσει ένας χρόνος χωρίς να κάνεις καθόλου τηλεόραση ή κινηματογράφο.
Μετά από δεκαεπτά χρόνια δουλειάς το γνωρίζω πια και δεν το παίρνω προσωπικά. Αλλά θέλω να το αλλάξω για μένα.
Θέλω περισσότερους ρόλους μπροστά στην κάμερα, Και κυρίως ρόλους με διάρκεια και ενδιαφέρον, γιατί πιστεύω ότι έχω να δώσω πολλά σε αυτό το κομμάτι γιατί το αγαπώ πολύ και το δουλεύω πολύ. Νομίζω ότι αυτή είναι η πλευρά της δουλειάς μου που θα ήθελα περισσότερο να διεκδικήσω τα επόμενα χρόνια.
Αν σας ζητούσαν να περιγράψετε ολόκληρη την καλλιτεχνική σας διαδρομή μέσα από ένα μόνο μουσικό έργο, ποιο θα ήταν και γιατί;
Το *Stabat Mater* του Pergolesi.
Είναι ένα έργο που αγαπώ πολλά χρόνια και έχω επιστρέψει σε αυτό σε διαφορετικές περιόδους της ζωής μου. Αυτό που με συγκινεί είναι ότι μιλά για τον πόνο χωρίς να γίνεται μελοδραματικό. Υπάρχει τρομερή ένταση αλλά και μεγάλη ακρίβεια. Όταν παίζεις κάτι πολύ φορτισμένο, ο πειρασμός είναι να το φορτίσεις ακόμη περισσότερο. Συνήθως χρειάζεται να κάνεις ακριβώς το αντίθετο. Να εμπιστευτείς το υλικό και να μην του προσθέσεις συναίσθημα επειδή φοβάσαι ότι δεν θα φτάσει στο κοινό.
Μετά από μια πορεία που ενώνει διαφορετικές χώρες, γλώσσες και πολιτισμούς, τι είναι αυτό που εξακολουθεί να σας συγκινεί περισσότερο κάθε φορά που ξεκινάτε μια νέα θεατρική δημιουργία;
Η πρόβα. Ακόμη. Και κυρίως εκείνο το πρώτο διάστημα που δεν ξέρεις ακόμη ακριβώς τι κάνεις. Μπορεί να έχεις κάνει μήνες προετοιμασίας, να έχεις ένα ολόκληρο concept στο κεφάλι σου και την πρώτη μέρα που σηκώνονται οι ηθοποιοί από το τραπέζι να ανακαλύψεις ότι ένα μεγάλο μέρος από αυτά δεν λειτουργεί. Και ευτυχώς. Θέλω να υπάρχει κάτι που δεν γνωρίζω ακόμη. Γι’ αυτό εξακολουθώ να αγαπώ τόσο την πρόβα, είτε βρίσκομαι μέσα ως ηθοποιός είτε σκηνοθετώ.
Η δουλειά σας συχνά κινείται γύρω από τη μνήμη, το τραύμα, τον πόλεμο και τις φωνές ανθρώπων που βρίσκονται στο περιθώριο. Τι σας οδηγεί ξανά και ξανά σε αυτές τις θεματικές;
Δεν ξεκινάω λέγοντας «θα κάνω ένα έργο για το τραύμα». Για την ακρίβεια, θα προσπαθούσα να αποφύγω μια τόσο γενική αφετηρία. Με ενδιαφέρουν συγκεκριμένες ιστορίες ανθρώπων. Πώς συνεχίζει κάποιος μετά από μια απώλεια; Τι κάνει ένας άνθρωπος όταν πρέπει να φύγει από τον τόπο του; Τι θυμόμαστε και τι επιλέγουμε να ξεχάσουμε; Αυτά τα ερωτήματα υπάρχουν και στην τραγωδία και στις σύγχρονες ιστορίες με τις οποίες έχω δουλέψει.
Και με ενδιαφέρει πολύ η επιβίωση. Όχι μόνο αυτό που συνέβη σε έναν άνθρωπο, αλλά τι κάνει **μετά**. Η διαδρομή.
Εκεί για μένα βρίσκεται συνήθως η πιο ενδιαφέρουσα ιστορία.
Ως γυναίκα δημιουργός σε ένα διεθνές θεατρικό τοπίο, πώς έχει αλλάξει η θέση της γυναικείας φωνής στη σκηνή τα τελευταία χρόνια; Ποιες ιστορίες θεωρείτε ότι πρέπει ακόμη να ειπωθούν;
Έχουν αλλάξει πολλά, αλλά δεν θα έλεγα ότι λύθηκε το θέμα επειδή βλέπουμε περισσότερα γυναικεία ονόματα στα προγράμματα. Το σημαντικό είναι ποιος αποφασίζει. Ποιος γράφει τις ιστορίες των γυναικών; Ποιος τις σκηνοθετεί; Ποιος αποφασίζει ποιες από αυτές θα φτάσουν στις μεγάλες σκηνές και ποιος έχει τελικά την οικονομική δύναμη να τις παράγει; Για μένα ο φεμινισμός στο θέατρο δεν είναι μόνο ζήτημα αριθμών. Είναι ζήτημα εξουσίας.
Και ως ηθοποιός και ως σκηνοθέτρια, με ενδιαφέρει πολύ το πώς εξακολουθούμε να φανταζόμαστε μια γυναίκα πάνω στη σκηνή. Για αιώνες οι γυναίκες γράφτηκαν κυρίως μέσα από το ανδρικό βλέμμα: ως μητέρες, ερωμένες, σύζυγοι, θύματα, μούσες. Ακόμη και σήμερα υπάρχει μεγαλύτερη ανοχή απέναντι στην ανδρική φιλοδοξία, βία ή ηθική ασάφεια απ’ ό,τι στη γυναικεία.
Η Μεσόγειος είναι ένα σταθερό στοιχείο στην καλλιτεχνική σας ματιά. Τι σημαίνει για εσάς σήμερα να δημιουργείτε από έναν τόπο που βρίσκεται ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση;
Για μένα η Μεσόγειος δεν είναι μια αφηρημένη καλλιτεχνική ιδέα. Είναι ο τόπος από τον οποίο δουλεύω και ένα μεγάλο μέρος των ιστοριών που γνωρίζω. Είναι ένας χώρος όπου οι άνθρωποι μετακινούνται εδώ και χιλιάδες χρόνια. Μαζί τους μετακινούνται γλώσσες, μουσικές, θρησκείες, φαγητά, ιστορίες. Και φυσικά είναι και ένας τόπος τεράστιων αντιφάσεων. Τουρισμός και πόλεμος μπορεί να απέχουν μερικές εκατοντάδες χιλιόμετρα. Με ενδιαφέρει αυτή η πραγματικότητα πολύ περισσότερο από την ιδέα μιας ρομαντικής Μεσογείου.
Πιστεύετε ότι ο καλλιτέχνης έχει ευθύνη απέναντι στην εποχή του; Ή η τέχνη πρέπει να παραμένει ελεύθερη από οποιαδήποτε κοινωνική αποστολή;
Το θέατρο δεν χρειάζεται να είναι πολιτικό· είναι πολιτικό έτσι κι αλλιώς. Πρέπει να είναι σουρεαλιστικό, τρελό, παραισθητικό, αφόρητα αντιφατικό. Κάποιες φορές η τέχνη πρέπει να γίνει όπλο για να υπερασπιστεί την ίδια της την ελευθερία.
Γιατί η τέχνη πρέπει να παραμένει ελεύθερη. Και ελεύθερη σημαίνει σύνθετη: διαφορετική και ενοχλητική, φωτεινή και συγκεχυμένη, όπως είναι η ίδια η πραγματικότητα.
Το θέατρο, όπως κάθε τέχνη, δεν έχει ποτέ ένα ξεκάθαρο “μήνυμα”. Είναι πάντα αμφίσημο.
Γι’ αυτό το πολιτικό θέατρο που με ενδιαφέρει τοποθετείται ανάμεσα στις αντιμαχόμενες πλευρές και θέτει θεμελιώδη ερωτήματα: πώς ζούμε μαζί, σε τι πιστεύουμε και πώς αναπαριστούμε τον κόσμο.
Έχετε δουλέψει με διαφορετικές τεχνικές υποκριτικής, από τον Larry Moss και τη Chubbuck μέχρι σωματικές προσεγγίσεις όπως το Butoh και το Suzuki. Πώς συνθέσατε όλες αυτές τις επιρροές σε μια προσωπική μέθοδο;
Δεν έχω φτιάξει «τη μέθοδό μου» και, για να είμαι ειλικρινής, θα ανησυχούσα λίγο αν άρχιζα να το λέω. [γέλιο] Έχω εργαλεία. Από τον Larry Moss και τη δουλειά της Chubbuck κράτησα πολλά πράγματα σχετικά με τη δράση: τι θέλει ο χαρακτήρας, από ποιον το θέλει, τι τον εμποδίζει, τι διακυβεύεται. Το Suzuki με έφερε αντιμέτωπη με κάτι τελείως διαφορετικό: πειθαρχία του σώματος, κέντρο, ενέργεια, παρουσία στον χώρο. Το Butoh μου άνοιξε έναν άλλο δρόμο, πολύ λιγότερο ψυχολογικό, όπου το σώμα μπορεί να παράγει υλικό πριν το εξηγήσει το μυαλό. Δεν τα χρησιμοποιώ όλα σε κάθε ρόλο. Αυτό θα ήταν παράλογο. Κάθε δουλειά ζητάει κάτι διαφορετικό. Άλλα εργαλεία χρειάζομαι μπροστά στην κάμερα, άλλα σε έναν Αισχύλο, άλλα σε μια κωμωδία. Το σημαντικό για μένα είναι να έχω εργαλεία, ώστε, όταν κάτι δεν λειτουργεί, να μη συνεχίζω άσκοπα. Η τεχνική και η θεωρία βιώνονται και σε “οχυρώνουν” στην πράξη. Είναι δια βίου παιδεία το θέατρο.
Τι σας ενδιαφέρει περισσότερο στον ηθοποιό σήμερα: η δεξιοτεχνία, η ευαισθησία, η πειθαρχία ή η προσωπική του ιστορία;
Θα έλεγα: η ικανότητα να παραμένει ζωντανός.
Η δεξιοτεχνία είναι σημαντική. Η πειθαρχία είναι απαραίτητη. Η ευαισθησία είναι πολύτιμη. Αλλά αν ένας ηθοποιός δεν έχει περιέργεια για τον κόσμο, όλα τα υπόλοιπα κινδυνεύουν να γίνουν τεχνική χωρίς ψυχή. Με ενδιαφέρει ένας ηθοποιός που παρατηρεί. Που ακούει. Που ενδιαφέρεται για τους ανθρώπους γύρω του.
Η προσωπική ιστορία ενός ηθοποιού δεν είναι κάτι που πρέπει να χρησιμοποιεί μηχανικά. Δεν πιστεύω ότι πρέπει να «φέρνει τον εαυτό του» σε κάθε ρόλο. Πιστεύω όμως ότι πρέπει να έχει βαθιά σχέση με τη δική του ανθρώπινη εμπειρία. Ένας ηθοποιός είναι ένα όργανο. Όσο περισσότερο έχει γνωρίσει τις διαφορετικές χορδές του εαυτού του, τόσο περισσότερες δυνατότητες έχει να εκφράσει έναν άλλο άνθρωπο. Αλλά πάνω απ’ όλα αναζητώ γενναιότητα. Τη γενναιότητα να εκτεθεί. Να αποτύχει. Να αλλάξει γνώμη. Να αφήσει κάτι απρόβλεπτο να συμβεί.
Πώς αντιμετωπίζετε την αποτυχία μέσα στη δημιουργική διαδικασία; Υπάρχει χώρος για το λάθος στην τέχνη;
Νομίζω ότι χωρίς το λάθος δεν υπάρχει πραγματική δημιουργία, όπως και στη ζωή. Αν δεν πέσω δεν θα περπατήσω.
Στην τέχνη υπάρχει μια παράξενη αντίφαση: όλοι μιλούν για το αποτέλεσμα, αλλά η ουσία βρίσκεται στη διαδικασία. Και η διαδικασία είναι γεμάτη αβεβαιότητα, αμφιβολία, αποτυχίες και στιγμές όπου αισθάνεσαι ότι δεν βρίσκεις τον δρόμο. Έχω μάθει να μην αντιμετωπίζω την αποτυχία ως το αντίθετο της επιτυχίας. Συχνά είναι το σημείο όπου αρχίζει η πραγματική αναζήτηση.
Μια ιδέα που δεν λειτουργεί, μια σκηνή που καταρρέει, μια προσέγγιση που αποδεικνύεται λάθος, όλα αυτά είναι πληροφορία. Σου αποκαλύπτουν κάτι που δεν θα μπορούσες να δεις αν όλα πήγαιναν εύκολα. Στο θέατρο υπάρχει ένας μεγάλος κίνδυνος: να προσπαθήσεις να προστατεύσεις μια αρχική ιδέα τόσο πολύ ώστε τελικά να μην την αφήσεις να εξελιχθεί. Για μένα ο δημιουργός πρέπει να έχει το θάρρος να σκοτώσει ακόμα και τις πιο αγαπημένες του ιδέες — “kill your darlings”.
Η πρόβα είναι ένας χώρος όπου επιτρέπεται η αποτυχία. Εκεί πρέπει να μπορείς να δοκιμάσεις, να πέσεις, να ξανασηκωθείς. Οι σπουδαίοι καλλιτέχνες που έχω συναντήσει δεν είναι άνθρωποι χωρίς φόβο. Είναι άνθρωποι που έχουν μάθει να εργάζονται μαζί με τον φόβο. Και ίσως αυτή είναι η μεγαλύτερη ωριμότητα στην τέχνη: να καταλάβεις ότι δεν χρειάζεται να ελέγχεις τα πάντα. Πρέπει να δημιουργείς τις συνθήκες ώστε κάτι αληθινό να μπορεί να συμβεί.
Ποια ήταν η στιγμή στην πορεία σας όπου αισθανθήκατε: «τώρα καταλαβαίνω γιατί κάνω αυτή τη δουλειά»;
Δεν νομίζω ότι υπήρξε μία μόνο στιγμή. Ήταν περισσότερο μια σειρά από μικρές αποκαλύψεις. Υπήρξαν στιγμές πάνω στη σκηνή όπου ένιωσα αυτή τη μοναδική σύνδεση με το κοινό. Στιγμές σε πρόβες όπου ξαφνικά μια ομάδα ανθρώπων με διαφορετικές ιστορίες άρχισε να λειτουργεί σαν ένα σώμα. Στιγμές μετά από μια παράσταση όπου ένας θεατής ήρθε και μοιράστηκε μια προσωπική του εμπειρία επειδή κάτι που είδε στη σκηνή άνοιξε μια πόρτα μέσα του.
Εκεί θυμάμαι γιατί κάνω αυτή τη δουλειά. Γιατί το θέατρο είναι πνευματική και ψυχική διαδικασία πλήρως ισότιμη και συλλογική. Μοιραζόμαστε όλοι κάτι. Ίσως όμως μία από τις πιο δυνατές εμπειρίες ήταν η συνάντηση της αρχαίας τραγωδίας με ένα σύγχρονο διεθνές κοινό μέσα από το Agamemnon – The Circle of Blood. Εκεί ένιωσα πολύ καθαρά ότι ένα κείμενο χιλιάδων ετών μπορούσε να μιλήσει για τον σημερινό κόσμο.
Για μένα αυτό είναι το θαύμα του θεάτρου. Ότι κάτι γραμμένο σε μια άλλη εποχή, από ανθρώπους που δεν γνώρισαν ποτέ τον κόσμο μας, μπορεί ξαφνικά να γίνει προσωπικό.
Τελικά, ίσως η απάντηση βρίσκεται πάντα στη συνάντηση. Με έναν άλλο άνθρωπο. Με μια ιστορία. Με μια στιγμή που δεν μπορεί να επαναληφθεί.
Αν συναντούσατε τη νεότερη Ραφίκα, όταν ξεκινούσε στη δραματική σχολή, τι θα της λέγατε;
Θα της έλεγα να εμπιστευτεί περισσότερο τη διαδρομή και λιγότερο την ανάγκη να αποδείξει κάτι. Όταν είσαι 20 χρονών, υπάρχει μια μεγάλη ανυπομονησία. Θέλεις να φτάσεις γρήγορα. Θέλεις να αποδείξεις ότι αξίζεις. Είναι απόρροια του καταναλωτισμού αυτή.
Με τα χρόνια καταλαβαίνεις ότι η τέχνη δεν είναι ένας αγώνας ταχύτητας. Είναι μια σχέση ζωής. Θα της έλεγα να μην φοβάται τις περιόδους αβεβαιότητας. Οι στιγμές που μοιάζουν σαν παύση πολλές φορές είναι στιγμές προετοιμασίας. Θα της έλεγα επίσης να ακούει περισσότερο το ένστικτό της. Να μην προσπαθεί να χωρέσει σε εικόνες που άλλοι έχουν δημιουργήσει για εκείνη. Να μην αφήνει κανέναν να την πατρονάρει.
Και ίσως το σημαντικότερο: να προστατεύει την περιέργειά της. Γιατί ένας ηθοποιός και σκηνοθέτης και γενικά εργάτης της τέχνης μπορεί να χάσει πολλά πράγματα στην πορεία. Μπορεί να χάσει ευκαιρίες, χρήματα, χρόνο. Αλλά αν χάσει την περιέργεια, χάνει την καρδιά της δουλειάς του.
Θα της έλεγα να συνεχίσει να ταξιδεύει, να μαθαίνει, να αμφισβητεί. Να μην φοβάται να αλλάζει. Γιατί τελικά η καλλιτεχνική ταυτότητα δεν είναι κάτι που βρίσκεις μια φορά. Είναι κάτι που δημιουργείς ξανά και ξανά.
Τι σημαίνει για εσάς η έννοια «διεθνής καλλιτέχνης»; Είναι θέμα γεωγραφίας, συνεργασιών ή τρόπου σκέψης;
Δεν νομίζω ότι ένας διεθνής καλλιτέχνης ορίζεται από τον αριθμό των χωρών στις οποίες έχει εργαστεί. Η διεθνικότητα δεν είναι διαβατήριο. Είναι τρόπος να βλέπεις.
Για μένα σημαίνει να μπορείς να βρίσκεσαι σε διάλογο με διαφορετικές πραγματικότητες. Να μπορείς να ακούς μια άλλη γλώσσα, μια άλλη κουλτούρα, μια άλλη αισθητική και να μην τη βλέπεις ως απειλή αλλά ως δυνατότητα. Οι πιο ενδιαφέρουσες διεθνείς συνεργασίες δεν είναι αυτές όπου όλοι μοιάζουν μεταξύ τους. Είναι αυτές όπου οι διαφορές παραμένουν ζωντανές.
Ένας καλλιτέχνης δεν χρειάζεται να γίνει «παγκόσμιος» με την έννοια του ομογενοποιημένου. Χρειάζεται να είναι βαθιά συγκεκριμένος. Όσο πιο αληθινά μιλάς από τον δικό σου τόπο, τόσο περισσότερο μπορεί να συναντήσεις τους άλλους.
Η αρχαία τραγωδία είναι ένα τέλειο παράδειγμα. Γεννήθηκε στην Αθήνα του 5ου αιώνα π.Χ., αλλά συνεχίζει να μιλά σε ανθρώπους σε κάθε γωνιά του κόσμου. Αυτό είναι για μένα η ουσία της διεθνικότητας: όχι να ανήκεις παντού, αλλά να μπορείς να συναντάς παντού.
Σε μια εποχή όπου η τεχνολογία και η τεχνητή νοημοσύνη αλλάζουν τον τρόπο που δημιουργούμε και επικοινωνούμε, ποια είναι η μοναδική δύναμη του ζωντανού θεάτρου;
Νομίζω ότι όσο περισσότερο η τεχνολογία εξελίσσεται, τόσο περισσότερο θα αναζητούμε αυτό που δεν μπορεί να αντικατασταθεί. Και αυτό είναι η ανθρώπινη παρουσία.
Το θέατρο είναι ίσως η τελευταία μεγάλη τέχνη της συνάντησης. Οι παραστατικές τέχνες γενικά νομίζω. Ένας άνθρωπος βρίσκεται απέναντι σε έναν άλλον άνθρωπο, στον ίδιο χώρο, την ίδια στιγμή. Υπάρχει ένας κίνδυνος, μια ευθραυστότητα, μια αλήθεια που δεν μπορεί να προγραμματιστεί.
Η τεχνολογία μπορεί να δημιουργήσει εκπληκτικές εικόνες. Μπορεί να μας δώσει νέους τρόπους αφήγησης. Δεν τη βλέπω ως εχθρό της τέχνης. Αντιθέτως, μπορεί να ανοίξει νέες δυνατότητες. Αλλά η τεχνολογία δεν έχει σώμα, μνήμη, εμπειρία ζωής με τον ίδιο τρόπο που έχει ένας άνθρωπος. Ο ηθοποιός πάνω στη σκηνή κουβαλά τον χρόνο του. Κουβαλά το σώμα του, τις απώλειές του, τις χαρές του, όλα όσα τον έχουν διαμορφώσει. Αυτό δεν αντιγράφεται.
Ίσως το μέλλον του θεάτρου δεν βρίσκεται στο να ανταγωνιστεί την τεχνολογία, αλλά στο να υπενθυμίσει αυτό που πολλές φορές ξεχνάμε μέσα στον ψηφιακό κόσμο: ότι έχουμε ανάγκη ο ένας την παρουσία του άλλου. Το θέατρο δεν είναι μόνο αυτό που βλέπουμε. Είναι αυτό που συμβαίνει ανάμεσα στους ανθρώπους. Και αυτή η αόρατη σχέση είναι η μεγαλύτερη τεχνολογία που έχουμε δημιουργήσει.
Ποιο είναι το μεγαλύτερο ρίσκο που έχετε πάρει καλλιτεχνικά και τι σας έμαθε;
Το μεγαλύτερο ρίσκο ήταν πάντα να ακολουθήσω μια εσωτερική ανάγκη ακόμη κι όταν δεν υπήρχε εγγύηση ότι θα γίνει κατανοητή. Η τέχνη απαιτεί ένα είδος άλματος στο κενό. Ειδικά όταν επιλέγεις να δημιουργήσεις έργα που δεν ακολουθούν εύκολες φόρμες ή εμπορικές βεβαιότητες.
Το Agamemnon – The Circle of Blood ήταν ένα τέτοιο ρίσκο. Να πάρεις ένα κείμενο χιλιάδων ετών, να το φέρεις σε μια σύγχρονη διεθνή σκηνή και να πιστέψεις ότι η προσωπική σου ανάγνωση μπορεί να συναντήσει ανθρώπους που προέρχονται από εντελώς διαφορετικές πραγματικότητες. Το ρίσκο όμως δεν είναι μόνο καλλιτεχνικό. Είναι και προσωπικό. Κάθε φορά που εκτίθεσαι πραγματικά, αφήνεις ένα κομμάτι του εαυτού σου πάνω στη σκηνή.
Αυτό που έμαθα είναι ότι δεν πρέπει να περιμένεις να εξαφανιστεί ο φόβος για να προχωρήσεις. Ο φόβος υπάρχει. Απλώς δεν πρέπει να είναι αυτός που αποφασίζει. Οι πιο σημαντικές στιγμές στη ζωή μου ήρθαν όταν επέλεξα το άγνωστο αντί για την ασφάλεια. Γιατί η τέχνη, στην ουσία της, είναι μια πράξη εμπιστοσύνης. Πιστεύεις ότι κάτι που δεν υπάρχει ακόμη μπορεί να γεννηθεί.
Τι σημαίνει για εσάς η λέξη «ελευθερία» μέσα στην τέχνη;
Η ελευθερία στην τέχνη δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν όρια. Σημαίνει ότι τα όρια δεν καθορίζονται από τον φόβο. Πολλές φορές οι άνθρωποι πιστεύουν ότι ελεύθερος καλλιτέχνης είναι αυτός που μπορεί να κάνει οτιδήποτε. Εγώ πιστεύω ότι ελεύθερος καλλιτέχνης είναι αυτός που γνωρίζει τι είναι πραγματικά αναγκαίο να κάνει. Η ελευθερία έχει σχέση με την ευθύνη.
Να μπορείς να ακολουθήσεις μια ιδέα μέχρι το τέλος της. Να μπορείς να υπερασπιστείς μια αισθητική επιλογή ακόμη κι όταν δεν είναι η πιο εύκολη. Να μπορείς να αλλάξεις γνώμη όταν η ίδια η διαδικασία σου αποκαλύπτει κάτι νέο. Για μένα η μεγαλύτερη ανελευθερία στην τέχνη είναι η προσπάθεια να αρέσεις συνεχώς. Όταν δημιουργείς μόνο για να επιβεβαιωθείς, χάνεις την ουσία της αναζήτησης.
Η τέχνη χρειάζεται θάρρος. Χρειάζεται την ικανότητα να παραμένεις ανοιχτός και ευάλωτος.
Ίσως τελικά η ελευθερία να είναι αυτό: να έχεις το θάρρος να ακούσεις τη δική σου εσωτερική φωνή και να την ακολουθήσεις, ακόμη κι όταν δεν ξέρεις πού θα σε οδηγήσει.
Αν το θέατρο μπορούσε να αφήσει ένα μόνο ίχνος στον κόσμο μετά από μια παράσταση, ποιο θα θέλατε να είναι αυτό;
Πιστεύω ότι το θέατρο λειτουργεί μέσα στις μικρές ρωγμές. Δεν αλλάζει πάντα τον κόσμο με θεαματικό τρόπο. Αλλά μπορεί να αλλάξει την εσωτερική γεωγραφία ενός ανθρώπου. Και όταν αλλάζει ένας άνθρωπος, αλλάζει και ο τρόπος με τον οποίο σχετίζεται με τους άλλους. Αυτό είναι για μένα η μεγάλη δύναμη της τέχνης.
Να μας θυμίζει την κοινή μας ανθρώπινη κατάσταση. Όταν βλέπουμε μια ιστορία στη σκηνή, στην πραγματικότητα συναντάμε κάποιο κομμάτι του εαυτού μας. Τις απώλειές μας, τους φόβους μας, τις επιθυμίες μας, τις αντιφάσεις μας.
Στο τέλος, το θέατρο δεν είναι μια απάντηση. Είναι ένας χώρος όπου μπορούμε να παραμείνουμε άνθρωποι μαζί. Και ίσως αυτό να είναι το πιο σημαντικό ίχνος που μπορεί να αφήσει μια παράσταση: να κάνει κάποιον να φύγει λίγο λιγότερο μόνος απ’ ό,τι ήρθε.

