Αν και το γεγονός ότι ο Ιωάννης ο Βαπτιστής υπήρξε ο Πρόδρομος του Ιησού δεν καθιστά κατ’ ανάγκην τη Σαλώμη του Ρίχαρντ Στράους χριστουγεννιάτικο θέαμα. παρόλαυτά το κοντσερταντε που δόθηκε στις 23 Δεκεμβρίου 2025 εμπρός από τα μεγάλα χριστουγεννιάτικα δέντρα της Αίθουσας Χρήστος Λαμπράκης ήταν ένα υπέροχο χριστουγεννιάτικο δώρο της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών στους φιλόμουσους.

Διεύθυνε ο καλλιτεχνικός διευθυντής της ΚΟΑ Λουκάς Καρυτινός, αποδεικνύοντας ότι παραμένει ένας κορυφαίος αρχιμουσικός όπερας. Ισορροπώντας μεταξύ συμβολιστικής εκλέπτυνσης και εξπρεσιονιστικής βίας, έδωσε μια συναρπαστική ερμηνεία, απολύτως δραματική, με λεπτομέρεια στην παρτιτούρα, αλλά και ανάδειξη των φωνών.
Η διανομή ήταν σπουδαία. Στον επώνυμο ρόλο η Ρωσίδα Elena Stikhina σε απόλυτη φωνητική ακμή διέπλασε μια ερμηνεία κανονικής παράστασης, με όλες τις συναισθηματικές μεταπτώσεις της νεαρής ηρωίδας. Ως Ηρώδης, ο Αυστριακός Wolfgang Ablinger-Sperrhacke ήταν πραγματικά ανθολογικός, αυθεντικός «charakter-tenor» (τενόρος χαρακτήρα, φωνή ιδανική για απαιτητικούς ρόλους “κακών” της όπερας με κάποια κωμική, σαφώς μη ηρωική διάσταση) απέδωσε όλη τη δύναμη και την αδυναμία του διεστραμμένου μονάρχη. Ο στεντόρειος Γιοκαναάν (Ιωάννης) του βαρύτονου Δημήτρη Τηλιακού ήταν λιγότερο ο εξαϋλωμένος πνευματικός άνθρωπος σε αιχμαλωσία και περισσότερο ο τραχύς ερημίτης, που ήλθε να στηλιτεύσει την τρυφή και την ελευθεριότητα.

Υπέροχη εξπρεσιονιστική αγωνία χαρακτήρισε τον Νάραμποτ του Βασίλη Καβάγια, ενώ η πλούσια αισθησιακή φωνή της Νεφελη Κωτσέλη ενσάρκωσε μια Ακόλουθο γεμάτη θηλυκότητα, και ένα σπουδαίο διάλογο μεταξύ των δύο. Άψογα συγχρονισμένο, ζωηρότατο το κουιντέτο των Ιουδαίων (Βασίλης Καβάγιας, Ανδρέας Καραούλης, Γιάννης Φίλιας, Διονύσης Μελογιαννίδης, Διονύσης Τσαντίνης) και επίσης πολύ καλοί οι μικρότεροι ρόλοι (Γιάννης Σελιτσανιώτης, Αλεξανδρος Λούτας), χωρίς να εξαιρέσουμε και τη στιγμιαία συμβολή της ορχήστρας ως “χάβρα” .
Η Κατερίνα Οικονόμου, μια Μεγάλη Κυρία του λυρικού τραγουδιού, για την οποία ο επώνυμος ρόλος της Σαλώμης υπήρξε η αρχή μιας επιτχυημένης διεθνούς σταδιοδρομίας στα μέσα της δεκαετίας του 1980, παρέδωσε ως Ηρωδιάς ένα μάθημα ύφους, κυρίως χάρις στη μακρά εμπειρία της, παρά την περιορισμένη φωνητική άνεση.
Ευκταίο θα ήταν στον Χορό των Επτά Πέπλων να είχε προβλεφθεί μία χορεύτρια, καθώς η αμιγώς ορχηστρική απόδοση του πασίγνωστου αποσπάσματος στο πλαίσιο αυτής της εξόχως μελοδραματικής βραδιάς σημείωσε στιγμιαία στροφή της προσοχής σε κάποιες ήσσονες ηχοχρωματικές ατέλειες της κατά τα άλλα υποδειγματικής ορχήστρας. Δεν θα πρέπει τέλος να παραλείψουμε τη συμβολή του Δημήτρη Γιάκα στη μουσική προετοιμασία, καθώς και της βοηθού αρχιμουσικού Μυρσίνης Χατζηκωνσταντή.

