Η Σοφία Κυανίδου είναι μία Ελληνίδα λυρική τραγουδίστρια με έδρα τη Βιέννη και πολυσχιδή δραστηριότητα (όπερα, ληντ, ελληνικό τραγούδι) στην Ελλάδα, την Αυστρία, και την υπόλοιπη Ευρώπη. Καθώς βρίσκεται και πάλι στην Αθήνα για την παρουσίαση της όπερας Διδώ του Διονύσιου Λαυράγκα, μιλήσαμε μαζί της για το σημαντικό αυτό γεγονός, την καλλιτεχνική πορεία της και τα επόμενα σχέδια της.

Αγαπητή κυρία Κυανίδου,
Μοιράζετε τον χρόνο σας ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Βιέννη – την παγκόσμια πρωτεύουσα της μουσικής. Τι είναι αυτό που κάνει όλο και περισσότερους Έλληνες καλλιτέχνες να εγκαθίστανται στην Κεντρική Ευρώπη;
Θα απαντήσω κυρίως από προσωπική εμπειρία και από τους μαθητές μου που βρίσκονται στο εξωτερικό. Η ματιά μας γίνεται όλο και πιο ολιστική ως προς την Τέχνη μας. Όταν πηγαίνεις στο εξωτερικό, κυρίως σε μία Ακαδημία, ή όταν αρχίζεις ακροάσεις, είναι σα να βρίσκεσαι στη μέση ενός ωκεανού – ειδικά για τις σοπράνο. Πάρα πολλοί καλοί έως εξαιρετικοί τραγουδιστές σε μία αγορά που συρρικνώνεται συνεχώς. Τα κριτήρια στενεύουν όλο και περισσότερο, ακριβώς επειδή υπάρχει τεράστια προσφορά, δυσανάλογη ως προς τη ζήτηση.
Είναι ένα δυνατό τεστ πόσο θέλεις, αγαπάς, κυνηγάς αυτήν την Τέχνη. Πόσα είσαι έτοιμος να θυσιάσεις, εφόσον έχεις αφήσει πίσω την πατρίδα σου. Και βεβαίως τύχη. Όμως έχεις την ευκαιρία να βλέπεις και να ακούς ζωντανά πολύ περισσότερες παραστάσεις και συναυλίες. Διευρύνεται ο μουσικός σου ορίζοντας και κυρίως το κριτικό σου αυτί για σένα τον ίδιο. Σ΄ ένα ανσάμπλ συναναστρέφεσαι συναδέλφους από όλες τις μεριές του πλανήτη. Άλλες συνήθειες, άλλες συμπεριφορές, άλλες εμπειρίες, άλλη γενικά κουλτούρα. Και όλοι αυτοί οι άνθρωποι φτιάχνουν ένα νήμα που γίνεται παράσταση. Πολύ σημαντική παρακαταθήκη για την ευελιξία που πρέπει να έχουμε και σαν τραγουδιστές και σαν άνθρωποι.

Η επαγγελματική παράμετρος παίζει και αυτή ρόλο;
Ναι, βεβαίως, αυτή την στιγμή η μεγαλύτερη αγορά βρίσκεται στην Κεντρική Ευρώπη. Πολύ περισσότερα θέατρα και ευκαιρίες. Μπορείς να χτυπήσεις περισσότερες πόρτες. Στην Ελλάδα τα πράγματα είναι περιορισμένα για έναν νέο καλλιτέχνη. Μικρή αγορά, λίγες δυνατότητες, είτε για να τραγουδήσει είτε για να αναπτυχθεί καλλιτεχνικά. Και βεβαίως σχεδόν τα πάντα γίνονται στην Αθήνα, με ελάχιστες εξαιρέσεις στην Θεσσαλονίκη και την Κέρκυρα. Τα νέα παιδιά έχουν την ευκαιρία ν’ ακούν και στην Ελλάδα πάρα πολύ σπουδαίους καλλιτέχνες ειδικά τα τελευταία χρόνια, αλλά πρέπει να τραγουδήσουν και τα ίδια. Ό,τι και όσα να δω και να ακούσω, μόνο η εμπειρία πάνω στη σκηνή θα με πάει παρακάτω.
Τώρα βρίσκεστε στην Αθήνα για να δώσετε τη φωνή σας σε έναν σημαντικό Έλληνα συνθέτη που μόχθησε πολύ για την πρόοδο της μουσικής στη χώρα μας, τον Διονύσιο Λαυράγκα, ιδρυτή του Ελληνικού Μελοδράματος. Πρωταγωνιστείτε στη συναυλιακή παρουσίαση της όπερας Διδώ, ένα πολύ σημαντικό καλλιτεχνικό γεγονός.
Το να τραγουδώ μια ελληνική Όπερα – και είχα αυτή την ευχαρίστηση πολλές φορές μέχρι σήμερα – είναι πάντα κάτι ιδιαίτερο. Ειδικά για την Διδώ αισθάνομαι μια ιδιαίτερη αγάπη. Είναι η ιστορία της που με συναρπάζει. Δεν έχουμε μόνο ένα ερωτευμένο ζευγάρι. Είναι μια βασίλισσα που έχει ταχθεί στην υπηρεσία του λαού της και ενός ήρωα από την Τροία που έχει όχι απλώς υποσχεθεί, αλλά ορκιστεί στους Θεούς να πάει τον δικό του λαό στη Ρώμη. Θα πω λίγο απλοϊκά ότι είναι μία δύσκολη εξίσωση, γιατί ξέρουμε σχεδόν από την αρχή ότι αυτός ο έρωτας δεν μπορεί να έχει μέλλον. Το τέλος της Διδούς είναι το μόνο απρόβλεπτο. Και ορμώμενος από αυτή την τραγική ιστορία, ο Διονύσιος Λαυράγκας συνέθεσε την Διδώ, που είναι εφάμιλλη πολλών άλλων γνωστών έργων. Το ότι παρουσιάζεται μετά από τόσα χρόνια είναι ένα πάρα πολύ σπουδαίο καλλιτεχνικό γεγονός για το ελληνικό μελόδραμα και ελπίζω όλοι μας να το τιμήσουμε όπως του αξίζει.
Μάλιστα είναι ένας ρόλος τον οποίο έχετε ήδη ηχογραφήσει με τη Φιλαρμόνια Ορχήστρα Αθηνών (πρώτη παγκόσμια ηχογράφηση).
Η ηχογράφηση της όπερας Διδώ ήταν μια πραγματική πρόκληση. Ξεκινώ από το γεγονός ότι είναι η πρώτη ηχογράφηση σε στούντιο με ελληνική ορχήστρα κάτω από τη διεύθυνση του ακούραστου και πολύτιμου Βύρωνα Φιδετζή. Κράτησε περίπου 14 ημέρες με πάρα πολλές λήψεις, για να έχουμε ένα άρτιο αποτέλεσμα. Η προσήλωση όλων ήταν συγκινητική. Μεγάλη κούραση σωματική και ψυχική που άξιζε κάθε λεπτό. Και μόνο ο συντονισμός ποιος, πότε, ποιο σημείο του έργου θα κάνουμε ήταν μια δοκιμασία για όλους. Το θεωρώ σημάδι – και πείτε με ρομαντική – ότι την τελευταία ημέρα της ηχογράφησης κάναμε το ερωτικό ντουέτο με τον Αινεία. Ήταν σαν μία γλυκιά τελευταία πνοή των ηρώων.
Ποιες είναι οι βασικές προκλήσεις του ρόλου και τι μπορεί να κάνει έναν φιλόμουσο ή έναν καλλιτέχνη να αγαπήσει αυτό το έργο;
Νομίζω ότι είναι ένα σπουδαίο έργο, έτσι το έζησα μέσα από την ηχογράφηση. Είμαι πολύ χαρούμενη που οι περισσότεροι συντελεστές ξανασυναντιόμαστε τώρα στο Ολύμπια, από την πρώτη πρόβα φάνηκε ότι η ομάδα παραμένει δεμένη. Σε ό,τι αφορά τις προκλήσεις για τον ρόλο της Διδούς, είναι η διάρκεια του ρόλου, που πρακτικά σημαίνει σωστή φωνητική κατανομή. Έχει αρκετά μεγάλες φράσεις και ψηλή τεσιτούρα. Επίσης επειδή ήδη η ιστορία και το τέλος της ηρωίδας είναι πολύ δραματικά, ο τραγουδιστής δεν πρέπει να παρασυρθεί υπερβολικά. Άλλο η Σοφία, άλλο η Διδώ, παρόλο που ζω απόλυτα στους ρυθμούς της!
Έχετε τραγουδήσει πολλά ελληνικά έργα – όπερα και λυρικό τραγούδι. Το να τραγουδάει κανείς στα ελληνικά προϋποθέτει κάποια προσαρμογή της τεχνικής; Πολλές φορές ακούμε ότι η γλώσσα μας δεν έχει καλλιεργηθεί για το λυρικό θέατρο.
Δεν σκέφτηκα και δεν σκέφτομαι ποτέ, σας το λέω ειλικρινά, στα τόσα χρόνια που τραγουδώ ότι η ελληνική γλώσσα είναι δύσκολη. Είχα την μεγάλη τύχη η πρώτη μου Δασκάλα, η σπουδαία Βαρβάρα Τσαμπαλή, να τραγούδα πάρα πολλά ελληνικά έργα, Όπερα και μελοποιημένη ποίηση. Ποτέ δεν την άκουσα να διαχωρίζει τις γλώσσες, και κάπως αυτόματα και μη συνειδητά απέκτησα την ίδια αίσθηση. Οπότε δεν το αντιμετώπισα ποτέ σαν πρόβλημα. Πιστεύω ότι πρέπει να τραγουδάμε στην μητρική γλώσσα μας όποια κι αν είναι αυτή, έχει άλλες δονήσεις η ψυχή μας. Γνώμη μου.
Ποιοι ρόλοι σάς έχουν καθορίσει περισσότερο; – ανεξαρτήτως γλώσσας.
Ο ρόλος που με έχει καθορίσει είναι σίγουρα η Donna Anna από τον Don Giovanni του Mozart. Τον έχω τραγουδήσει περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο ρόλο. Αναμετρήθηκα μαζί της σε διαφορετικές περιόδους της ζωής μου, μουσικές και προσωπικές. Έτσι μου δόθηκε η ευκαιρία και για μια στροφή προς τα έσω. Πώς βλέπω τον ρόλο τη δεδομένη στιγμή, πώς υποστηρίζω, πώς δικαιώνω όσο μπορώ αυτό που σκεφτόταν ο συνθέτης, πώς έχω αλλάξει ή προχωρήσει εγώ σαν Σοφία ακόμη κι όταν αντιλαμβάνεσαι ότι ήρθε η ώρα να την «αποχωριστείς» φωνητικά και να πας παρακάτω.

Και οπωσδήποτε η Λεονόρα από τον Fidelio του Ludwig van Beethoven, η ωραιότερη για εμένα Όπερα. Αναμετρήθηκα μαζί της ξέροντας ότι έχω μία πιο λυρική φωνή και εστίασα στη δραματουργία και όχι στο να «βαρύνω» τη φωνή μου. Πιστεύω ότι την «άγγιξα» και είναι από αυτά για τα οποία αισθάνομαι πολύ περήφανη. Έχοντας τραγουδήσει νεότερη πάρα πολλές φορές την Μαρτσελίνα, τον άλλο γυναικείο ρόλο του έργου, η Λεονόρα και όλος ο Φιντέλιο δεν έφευγαν ποτέ από μέσα μου. Πρέπει μαζί με την Σαλώμη του Richard Strauss να είναι οι παραστάσεις που έχω δει τις πιο πολλές φορές στη ζωή μου.
Ένας δύσκολος, ακόμα και τραυματικός ρόλος, στον οποία σας είδαμε στη Αθήνα, ήταν η Αξίνια την οποία ερμηνεύσατε με μεγάλη επιτυχία. Θα πρέπει να ήταν μια σπουδαία εμπειρία να συνεργαστείτε με μια διάσημη σκηνοθέτιδα, όπως η Φανή Αρντάν.
Από τις πιο σημαντικές εμπειρίες, σκηνικές και προσωπικές, ήταν ένας ρόλος μόλις 10 -15 λεπτών, η Αξίνια στην εκπληκτική Όπερα του Σοστακόβιτς Λαίδη Μάκβεθ του Μτσενσκ, στην παράσταση της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Είναι ο βιασμός της από τον Σεργκέι, με παρόντες – χλευάζοντας και επικροτώντας – όλη την αντρική και γυναικεία χορωδία. Μου έδωσε μία από τις πιο πολύτιμες συναντήσεις της ζωής μου: τη γνωριμία και συνεργασία μου με τη σπουδαία Φανή Αρντάν. Σπουδαία και ταπεινή, με μια ευλαβική αντιμετώπιση προς τους τραγουδιστές και τις ιδιαιτερότητες που έχει το λυρικό τραγούδι. Με μια μαγική ηρεμία και ευγένεια. Με τι προσοχή και νοιάξιμο «έστησε» μια εξαιρετικά σκληρή σκηνή του έργου, προστατεύοντάς με, και σαν τραγουδίστρια και σαν γυναίκα. Όποιος είδε την παραγωγή, αυτή τη σκηνή δεν την ξεχνά.

Επειδή εκτός της μελοδραματικής – των σκηνικών μαθημάτων για λυρικούς τραγουδιστές – έχετε σπουδάσει και θέατρο, πόσο μακριά ή κοντά βρίσκονται οι δύο κόσμοι;
Ήταν στην εποχή του κοβιντ, που την πέρασα στη Βιέννη, όταν σταμάτησαν όλα, η καλλιτεχνική ανησυχία συνέχιζε να ψάχνει διέξοδο. Μέσα από κάποιες καρμικές συμπτώσεις ανακάλυψα τα διαδικτυακά μαθήματα στο Θέατρο των Αλλαγών. Ειλικρινά με κράτησαν όχι απλώς όρθια, με πήγαν χιλιόμετρα παρακάτω. Είχα πάντοτε βαθύτατη επιθυμία να εκφράζομαι στη γλώσσα μου μέσα και από τον πεζό λόγο, όχι μόνο το τραγούδι. Έφυγα πολύ μικρή στο εξωτερικό και δεν είχα αυτή την ευκαιρία. Οπότε με αφορμή μια τόσο δύσκολη συνθήκη άρχισε κάτι πάρα πολύ όμορφο που συνεχίζεται όποτε βρίσκομαι στην Αθήνα και δια ζώσης. Γνώρισα ανθρώπους που θα τους «κουβαλώ» ανάλαφρα σε όλη μου την ζωή. Δασκάλους και συμμαθητές.
Με το θέατρο, πέρα από το ότι είναι παραστατικές τέχνες και τα δύο, μας ενώνει ο λόγος. Είτε πεζό είτε μουσικό, το κείμενο είναι κείμενο. Χωρίς λιμπρέττο δεν θα υπήρχε Όπερα και χωρίς ποίηση δεν θα υπήρχε ληντ. Από κει και πέρα εμείς έχουμε συγκεκριμένες νότες, μελωδία, παύσεις κτλ. Είναι πιο απόλυτα μαθηματικά. Επίσης δεν μπορούμε να τραγουδάμε κάθε μέρα ή και 4 -5 συνεχόμενες ημέρες όπως οι ηθοποιοί, που αυτό σημαίνει άλλη σωματική λειτουργία και χρήση της φωνής. Στο θέατρο υπάρχουν αρκετά μεγαλύτερα περιθώρια και «ελευθερία». Αυτή όμως η ελευθερία έχει κινδύνους, γι’ αυτό και θέλει και το θέατρο συνεχή άσκηση, να μην ξεχειλίσει και γίνει αναρχία. Αφήνει περισσότερο χώρο στον πειραματισμό, επίσης πολύ σημαντικός παράγοντας για τη φαντασία. Και στο τραγούδι και στη ζωή περνούμε περιόδους «αναρχίας», καμία φορά με πάρα πολύ πικρά αποτελέσματα, αλλά από αυτά μαθαίνουμε. Ή ελπίζουμε να μάθουμε.
Για αυτό λέω στους μαθητές μου, όταν τραγουδούν «τέλεια», να κρατήσουν αυτή την στιγμή στο μυαλό και την ψυχή τους για τις δύσκολες ημέρες, που συνήθως είναι πιο πολλές. Όλα μέσα στην ζωή.
Θα μπορούσαμε όμως να επιμείνουμε και στη φωνή ως «θέατρο» – ως πεδίο έκφρασης του λόγου. Έχετε ασχοληθεί και με το ληντ και θυμάμαι ένα πολύ ωραίο Χειμωνιάτικο Ταξίδι του Σούμπερτ τον Ιανουάριο του 2025 στη Μουσική Βιβλιοθήκη του Συλλόγου οι Φίλοι της Μουσικής.
Το Ληντ είναι το ιερό δισκοπότηρο από τότε που άρχισα τραγούδι. Μέσα σ’ ένα μόνο Ληντ είναι μια ολόκληρη ιστορία, ένας ολόκληρος κόσμος. Το πιο τρανταχτό παράδειγμα είναι Ο Θάνατος και η Κόρη του Σούμπερτ σε ποίηση Γκαίτε. Είναι μόλις μία σελίδα. Φανταστείτε την. Είναι μια ταινία μικρού μήκους αν την οπτικοποιούσαμε.

Όπως και τα Vier Letzte Lieder, τα Τέσσερα τελευταία τραγούδια του R. Strauss, που είναι το προσωπικό μου ολόγραμμα. Τα τραγούδησα σε διαφορετικές περιόδους της ζωής μου, κάποιες φορές και μετά από κομβικές προσωπικές απώλειες. Εκεί κι αν κατάλαβα τι έγραφε ο Hermann Hesse και πώς τα μελοποίησε ο Strauss… Όντας εξαιρετικά εσωστρεφές και σιωπηλό παιδί, τα λήντερ με βοήθησαν να «μιλώ» και να εκφράζομαι, ακριβώς γιατί κάθε ένα από αυτά είναι και μια ιστορία. Πάντα βρίσκουμε κάποιο που να διηγείται τη δική μας.
Αναφερθήκατε στους μαθητές σας. Η διδασκαλία είναι και αυτή σημαντική δραστηριότητα για σας.
Η διδασκαλία είναι ένας τεράστιος μεγεθυντικός φακός. Βλέπεις όσα τεχνικά θέματα είχες και τα έλυσες ή κάποια ακόμη τα παλεύεις. Γιατί ένα τρίτο αυτί το χρειαζόμαστε μέχρι την τελευταία φορά που θα τραγουδήσουμε στην ζωή μας. Βλέπεις παιδιά που ανθίζουν σιγά σιγά με όλες τις εύκολες και δύσκολες ημέρες, όπως εσύ. Βλέπεις πώς χαίρονται όταν πέτυχαν την νότα ή την φράση, θέλουν να είναι όλα «τέλεια». Προσπαθώ από την δική μου εμπειρία να τους εμφυσήσω τη συνεχή προσπάθεια χωρίς να ψάχνω την τελειότητα, αλλά το καλύτερο που μπορώ εκείνη τη στιγμή. Η λέξη «τέλειο» μάς πνίγει και στο τραγούδι και στη ζωή μας, αλλά το καταλαβαίνουμε συνήθως από μία ηλικία και επάνω. Όταν γίνει αυτό, απελευθερωνόμαστε.
Επίσης έχεις να αντιμετωπίσεις διαφορετικές φωνές, χαρακτήρες, ιδιοσυγκρασίες. Οφείλεις να βλέπεις το κάθε παιδί ξεχωριστά. Άρα είσαι και λίγο ψυχολόγος. Μην παρεξηγηθώ, εννοώ την ευελιξία που προανέφερα. Και το σημαντικότερο όλων. Ο Δάσκαλος οφείλει να δώσει στους μαθητές του όλα τα βοηθήματα και τις γνώσεις και ελευθερία, ώστε να μπορεί ο μαθητής να σταθεί μόνος του. Να πέσει και να σηκωθεί, είναι αναπόφευκτο. Είναι μια πολύ λεπτή ισορροπία και για τους δύο. Μία στερεή τεχνική εκπαίδευση για μια στερεή καλλιτεχνική προσωπικότητα είναι πάντα ο στόχος. Τόσα χρόνια σπουδών, τραγουδώντας παράλληλα μέχρι σήμερα και έχοντας πάντα ένα τρίτο αυτί που θα ζητήσω γνώμη ή βοήθεια, είναι τα σημαντικότερα εφόδια για έναν δάσκαλο.
Και κάτι ακόμη, να είναι «παρών» στην εξέλιξη της λυρικής Τέχνης και το παγκόσμιο γίγνεσθαι. Υπάρχουν πλέον πάρα πολλά ακούσματα και παραστάσεις στα σόσιαλ μίντια για κάθε γούστο. Ας τα χρησιμοποιήσουμε προς όφελός μας.
Τα επόμενά σας σχέδια ποια είναι;
Έχω μπροστά μου δὐο Stabat Mater του Pergolesi (Θεία μουσική) στην Αθήνα, στις 29 Μαρτίου στη Γερμανική Εκκλησία, το Te Deum του Bruckner με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών τη Μ. Τετάρτη, μία συναυλία μουσικής δωματίου με κόρνο και πιάνο (υπέροχος συνδυασμός), πρώτα στον Βόλο και ελπίζουμε στην Αθήνα, και μετά σεμινάρια που διδάσκω, συναυλίες με όπερες και οπερέτες στη Βιέννη. Τα μαθήματα τραγουδιού και βεβαίως θέατρο. Είτε δια ζώσης, είτε διαδικτυακά.
Σοφία Κυανίδου
σοπράνο

Η Σοφία Κυανίδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε στο Νέο Ωδείο Θεσσαλονίκης (τάξη Β. Τσαμπαλή). Συνέχισε σπουδές στη Μουσική Ακαδημία της Βιέννης με τους Ελένη Καρούσο (τραγούδι), λιντ ορατόριο με τον Kurt Equiluz και Curt Malm (Σχολή Όπερας).
Έχει συνεργαστεί με τη Λυρική Σκηνή στους ρόλους Φιορντιλίτζι, Αντωνία, Μικαέλα, Ηχώ, Κυρά, Γερτρούδη, Κοντέσα και Αξίνια, με την Ελληνική Πειραματική Όπερα στις όπερες Fidelio (Λεονόρα), Ιφιγένεια εν Ταύροις, Ernani, Il Corsaro (Medora) και I due Foscari (Lucrezia) του G. Verdi, με το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, με την Όπερα Δωματίου Αθηνών, την Όπερα Θεσσαλονίκης, το Wiener Opern Theater, το συγκρότημα προκλασικής μουσικής Le Monde Classique και με άλλους ανεξάρτητους φορείς. Στo εξωτερικό έχει ερμηνεύσει, μεταξύ άλλων, Ντόνα Άννα, Α΄ Κυρία, Ροζαλίντε, Μαρτσελίνα, Φάτιμα, Ευρυδίκη, Vier Letzte Lieder του R. Strauss, Wesendonk του R. Wagner και Rueckert Lieder του G. Mahler.
Έχει ερμηνεύσει πλήθος πρωταγωνιστικών ρόλων σημαντικότατων Ελλήνων Συνθετών όπως Η Μάρτυς, Η Πριγκίπισσα της Σάσσωνος, Κρητικοπούλα (Σπύρου Σαμάρα), Μάρκος Μπότσαρης, Φιόρ ντι Μαρία, Μαρία Αντονιέττα (Πάολο Καρρέρ), Ανατολή του Μ. Καλομοίρη, και Επιστροφή της Ελένης του Θ.
Μικρούτσικου. Έχει εμφανιστεί μεταξύ άλλων, στο Konzerthaus και στο Musikverein της Βιέννης. Έχει λάβει μέρος στο Φεστιβάλ Δημήτρια, στο Φεστιβάλ Αθηνών, στο Φεστιβάλ Θρησκευτικής Μουσικής στην Πάτμο, στο Φεστιβάλ Δελφών, στο Kalidoskop der Nationen και στο Gaude Mater. Έχει συνεργαστεί με την Καμεράτα, τη Συμφωνική Ορχήστρα Δήμου Θεσσαλονίκης, την Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης, την Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης, με το Ελληνικό Συγκρότημα Σύγχρονης Μουσικής και την Ορχήστρα Χρωμάτων. Έχει ερμηνεύσει έργα Ελλήνων και ξένων συνθετών του 20ού αιώνα. Το ρεπερτόριο της περιλαμβάνει ευρύ φάσμα έργων από μπαρόκ μέχρι τη σύγχρονη εποχή.
Έχει ηχογραφήσει με την Εταιρεία Naxos τα έργα του Π. Πετρίδη Ρέκβιεμ για τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο και το Ορατόριο Άγιος Παύλος.
Τα τελευταία χρόνια μελετούσε με την Δάφνη Ευαγγελάτου.
Παρακολουθεί επί τριετίας μαθήματα θεάτρου στο «Θέατρο των Αλλαγών».
Η Σοφία Κυανίδου συμμετέχει στη «Διδώ» του Διονυσίου Λαυράγκα
με την Συμφωνική Ορχήστρα και τη Χορωδία του Δήμου Αθηναίων.
Σάββατο 7 Φεβρουαρίου | 20:00
Ολύμπια, Δημοτικό Μουσικό Θέατρο «Μαρία Κάλλας»
