Η μεσόφωνος Μαίρη-Έλεν Νέζη είναι ευρέως γνωστή για τις ερμηνείες της στην παλαιά μουσική και το belcanto, όπου η εκφραστικότητα και η βαθιά γνώση του ύφους έχουν κερδίσει τον θαυμασμό των φιλόμουσων. Ωστόσο, όσοι την παρακολουθούν σταθερά και γνωρίζουν πραγματικά το εύρος της καλλιτεχνικής της πορείας, ξέρουν ότι το ρεπερτόριό της δεν περιορίζεται εκεί, αλλά εκτείνεται δυναμικά και στη σύγχρονη μουσική δημιουργία, την οποία υπηρετεί με την ίδια αφοσίωση και πάθος. Στη συναυλία Αναδρομές Ι (19.2), αφιερωμένη στο έργο του Περικλή Κούκου, θα ερμηνεύσει δύο κύκλους τραγουδιών. Με αυτἠ την αφορμή, κάναμε μια σύντομη αναδρομή στη δική της σχέση με τη μουσική του σημαντικού Έλληνα συνθέτη.

Η συναυλία της επόμενης Πέμπτης τιτλοφορείται «Αναδρομές». Τι σημαίνει για εσάς αυτή η έννοια για τη μουσική του Περικλή Κούκου;
Ο τίτλος «Αναδρομές» παραπέμπει σε ένα ταξίδι στο παρελθόν της δημιουργίας του Περικλή Κούκου, μέσα από έργα του που έχουν τη δική τους αξία και διαχρονικότητα. Για μένα σημαίνει την ευκαιρία για να ερμηνεύσω αυτή τη μουσική, να αναδείξω το συναίσθημα μέσα και από τον ποιητικό λόγο, και να προσκαλέσω το κοινό να την ανακαλύψει ξανά.
Ποια ήταν η πρώτη σας γνωριμία σας με τον συνθέτη Περικλή Κούκο και το έργο του;
Η γνωριμία μου με τον συνθέτη ήρθε πριν αρκετά χρόνια. Είχα τη χαρά να ανακαλύψω τη μουσική του στα πρώτα χρόνια της καριέρας μου και να ερμηνεύσω έργα του σε συναυλίες, αλλά και ρόλους σε όπερες όπως ο “Μανουέλ Σαλίνας” και το έργο του «Μερλίνος ο Μάγος». Μάλιστα, πολλά από τα έργα που θα ερμηνεύσω στις 19 Φεβρουαρίου στο Μέγαρο Μουσικής τα έχω ξανατραγουδήσει πριν χρόνια, πάλι στο Μέγαρο Μουσικής, και είναι ιδιαίτερη η χαρά μου που θα τα ξανασυναντήσω. Ποτέ άλλωστε δεν είναι ακριβώς η ίδια η σχέση μας με τη μουσική που ερμηνεύουμε, αλλάζει διαρκώς και εμπλουτίζεται.
Τι θεωρείτε ότι χαρακτηρίζει τη μουσική γραφή του Περικλή Κούκου και τι την κάνει ξεχωριστή για έναν ερμηνευτή;
Η μουσική του Περικλή Κούκου ξεχωρίζει για τη μελωδικότητα, την καθαρότητα και τη στενή της σχέση με τον λόγο. Για μια ερμηνεύτρια , αυτό σημαίνει ενεργή συμμετοχή και ουσιαστική ερμηνεία, πέρα από την καθαρά φωνητική εκτέλεση. Αυτό που χαίρομαι ως τραγουδίστρια είναι ότι η μουσική του Κούκου υποστηρίζει τη φωνή, δίνοντάς της χώρο να αναπνεύσει, να συνδεθεί με το κείμενο και να αποδώσει το συναίσθημα με αμεσότητα.

Υπάρχει κάποιο έργο ή τραγούδι του προγράμματος που σας αγγίζει ιδιαίτερα;
Ολα τα κομμάτια του προγράμματος είναι υπέροχα και μοναδικά. Θα μπορούσα ίσως να αναφέρω τον κύκλο τραγουδιών “Σχέδια για ένα καλοκαίρι” σε ποίηση Γιώργου Σεφέρη, έργο που απολαμβάνω ιδιαίτερα να τραγουδάω.
Πώς προσεγγίζετε ερμηνευτικά ένα σύγχρονο ελληνικό έργο σε σχέση με το κλασικό ή μπαρόκ ρεπερτόριο, που επίσης υπηρετείτε με τόση επιτυχία;
Κάθε εποχή έχει τη δική της τεχνική ερμηνείας και απαιτεί διαφορετική προσέγγιση. Στο σύγχρονο Ελληνικό έργο, η φωνή κι η τεχνική προσαρμόζονται στις ιδιαιτερότητες της μουσικής και του λόγου, όπως ακριβώς συμβαίνει και στο κλασικό και μπαρόκ ρεπερτόριο, χωρίς να χάνεται η προσωπική ερμηνευτική ελευθερία.
Τι σημαίνει για εσάς όταν τραγουδάτε στην ελληνική γλώσσα;
Το να τραγουδάω στα ελληνικά μου δίνει ίσως μια φυσική οικειότητα με το νόημα και το συναίσθημα των ποιημάτων. Όταν τραγουδάω σε άλλη γλώσσα, αν είναι σε γλώσσα που δεν γνωρίζω, θέλει μια μεγαλύτερη προσπάθεια για εμβάθυνση του κείμενου. Σε κάθε περίπτωση όμως η μουσική είναι αυτή που μεταφέρει το συναίσθημα με έναν πιο άμεσο τρόπο και ενώνει τον ερμηνευτή με το κοινό του.

Πιστεύετε ότι η σύγχρονη ελληνική λόγια μουσική βρίσκει τη θέση που της αξίζει σήμερα;
Δυστυχώς όχι, τουλάχιστον στο ευρύ κοινό. Όχι επειδή της λείπει η ποιότητα – το αντίθετο. Υπάρχουν εξαιρετικοί συνθέτες, ερμηνευτές και σύνολα, διεθνούς επιπέδου. Όμως δεν προβάλλεται όσο θα έπρεπε. Ας πούμε, η επαφή με τη λόγια μουσική στο σχολείο είναι σχεδόν ανύπαρκτη ή τυπική. Χωρίς ακρόαση και κατανόηση από νωρίς, δύσκολα δημιουργείται κοινό. Επίσης στα μαζικά μέσα ενημέρωσης σπανίως θα έχει κανείς την ευκαιρία να ακούσει λόγια μουσική, εκτός ίσως από κάποια επέτειο ή κάτι πολύ εθιμοτυπικό. Ευτυχώς υπάρχουν οι φωτεινές εξαιρέσεις: Μέγαρο Μουσικής, Λυρική Σκηνή, Ολύμπια, Φεστιβάλ Αθηνών, Κρατική Ορχήστρα Αθηνών και Θεσσαλονίκης που δίνουν ένα βήμα σε αυτή τη μουσική. Σπουδαίο έργο κάνει επίσης η Φιλαρμόνια Ορχήστρα Αθηνών που έχει παρουσιάσει και ηχογραφήσει πολλά διαμάντια της ελληνικής λόγιας μουσικής. Από την άλλη, υπάρχει και κάτι ελπιδοφόρο: ένα μικρό αλλά παθιασμένο κοινό, νέοι μουσικοί που πειραματίζονται, και μια αργή επανατοποθέτηση της λόγιας μουσικής όχι ως μουσειακό είδος αλλά ως ζωντανή γλώσσα.
Θα μπορούσε το διεθνές κοινό να ενδιαφερθεί για έργα Ελλήνων συνθετών; – ή μήπως η γλώσσα είναι εμπόδιο;
Η μουσική και η εκφραστική ερμηνεία κάνουν το νόημα και το συναίσθημα κατανοητά σε όλους, ξεπερνώντας τα γλωσσικά όρια. Άλλωστε όλοι ακούμε έργα γραμμένα σε άλλες γλώσσες, με την ίδια ευχαρίστηση, από τα ιταλικά του Βέρντι μέχρι…τα ισπανικά και κορεάτικα της διεθνούς ποπ. Για να προσελκύσεις το διεθνές κοινό χρειάζεται μια ζωντανή και αυθεντική ερμηνεία, που αναδεικνύει το νόημα, το συναίσθημα και την ιδιαίτερη μουσική γλώσσα των ελληνικών έργων. Το καλό πάντα επιβάλλεται, αρκεί να έχει την ευκαιρία να ακουστεί. Η παρουσίαση μέσα από συναυλίες και ηχογραφήσεις υψηλής ποιότητας μπορεί να φέρει την ελληνική μουσική σε νέους διεθνείς ακροατές.

