classicalmusic.gr

Η κλασική μουσική στην Ελλάδα!

Δημήτρης Κιουσόπουλος

Αρχισυντάκτης

Ο Δημήτρης Κιουσόπουλος είναι μουσικός κριτικός και δημοσιογράφος. Σπούδασε ιστορία, αρχαιολογία, και κλασικές σπουδές στα Πανεπιστήμια Αθηνών και Εδιμβούργου και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές ιστορίας με έμφαση στην κοινωνική ιστορία της μουσικής και της όπερας στην École des Hautes Etudes en Sciences Sociales, Παρίσι, το Berliner Kolleg für Vergleichende Geschichte Europas (BKVGE Freie Universität / Humboldt-Universität) Βερολίνο, και το Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο, Φλωρεντία.

Συνέντευξη με τον Jean-Guihen Queyras

Δημήτρης Κιουσόπουλος

Αρχισυντάκτης

O Jean-Guihen Queyras (Ζαν-Γκυέν Κερά) αναγνωρίζεται ως ένας από τους πιο ενδιαφέροντες ερμηνευτές της μουσικής για σόλο τσέλο του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, αλλά και ένας πολυσχιδής εξερευνητής της σύγχρονης κλασικής μουσικής, παράλληλα με τη δρστηριότητά του ως παιδαγωγός και μέλος συνόλων μουσικής δωματίου. Με όλες αυτές τις ιδιότητες θα τον συναντήσουμε στις Διεθνείς Μουσικές Ημέρες Καλαμάτας και στο Εκκλησιαστήριο της Αρχαίας Μεσσήνης, το Σάββατο 30 Αυγούστου 2025. Στη μοναδική αυτή συναυλία με έργα Bach, Saariaho, Ravel, και Villa-Lobos ο βιολονστελίστας θα εμφανιστεί μαζί με την μεσόφωνο Ema Nikolovska, τον Ιόνιαν Καντέσα, και με τους μαθητές της τάξης βιολοντσέλου στο masterclass που ήδη διεξάγεται στην Καλαμάτα.

Photo: Marco Borggreve
Καθώς επιστρέφετε στην Καλαμάτα για πολλοστή πλέον φορά,  τι αναμνήσεις και προσδοκίες φέρνετε από τις προηγούμενες χρονιές;

Έχω υπέροχες αναμνήσεις από τα τελευταία χρόνια από όλες τις απόψεις. Οι συνθήκες υπό τις οποίες πραγματοποιούνται τα σεμινάρια είναι εξαιρετικές, χάρη στην πολύ θετική δράση του διευθυντή των Ωδείου Στάθη Γυφτάκη, και όλης της ομάδας, το κοινό είναι πολύ ευγενικό και φυσικά η Καλαμάτα είναι ένας τόπος γεμάτος γοητεία, απολύτως μαγικός.

Πώς βρήκατε αρχικά τον δρόμο για την Καλαμάτα και τις Διεθνείς Μουσικές Ημέρες;

Πρώτη φορά με προσκάλεσε η καλλιτεχνική διευθύντρια Indira Ramatulla, που έτυχε να είναι μαθήτριά μου! Την πρώτη φορά ήρθα κυρίως για να παίξω και από πέρυσι άρχισα να έρχομαι και για παιδαγωγικούς λόγους.

Τα masterclass είναι πλέον όλο και πιο διαδεδομένα. Τι προσφέρουν στους νέους μουσικούς, στους ακροατές, στο κοινό;

Τα masterclasses είναι μια καλή ευκαιρία για να δοθεί ώθηση στους νέους μουσικούς και η παρουσία του κοινού μπορεί να είναι πραγματικά πολύ θετική, γιατί υπάρχει κατά κάποιον τρόπο μια τριπλή σχέση μεταξύ δασκάλου, κοινού και μαθητή, και αυτό μπορεί να είναι πολύ διεγερτικό, γιατί ο μαθητής παίζει όχι μόνο για τον δάσκαλο, αλλά και για το κοινό.

Πώς επιλέγετε τους συμμετέχοντες;

Λάβαμε πολλές αιτήσεις με βίντεο και το επίπεδο ήταν απολύτως εξαιρετικό, πάρα πολύ λαμπρό, και τα κριτήρια επιλογής είναι φυσικά το επίπεδο του παιξίματος, αλλά επίσης ως δάσκαλος πρέπει να νιώθεις αν θα είσαι σε θέση να βοηθήσεις κάποιον πραγματικά καλά, οπότε πρέπει να υπάρχει και μια χημεία. Έτσι, όταν παρακολουθείς τα βίντεο των υποψηφίων, ψάχνεις επίσης για χαρακτήρες με τους οποίους πιστεύεις ότι θα έχεις μια καλή συζήτηση και μια καλή ανταλλαγή.

Ασχολείστε με την ιστορικά ενημερωμένη ερμηνεία και με τη σύγχρονη μουσική. Αυτό πώς επηρεάζει τη διδασκαλία σας;

Πράγματι, σε όλη μου τη ζωή μου άρεσε να παίζω πολύ διαφορετικά ρεπερτόρια, γιατί πιστεύω ότι αλληλοσυμπληρώνονται και αυτό είναι φυσικά κάτι που μεταδίδω και στους μαθητές μου, αυτό το πάθος για πολύ διαφορετικά ρεπερτόρια, το οποίο πιστεύω ότι είναι το κλειδί για μια ζωντανή ερμηνεία.

Μπορείτε να μας δώσετε ένα παράδειγμα;

Μερικε΄ς φορές όταν παίζεις έργα του κλασικού ρεπερτορίου αρχίζεις και περιχαρακώνεσαι σε συνήθειες και κανόνες που έχουν καθιερωθεί με τον καιρό. Αν όμως μετά παίξεις ένα έργο όπως οι Τέσσερεις σύντομες σπουδές του Bernd Alois Zimmerman μία από αυτές είναι πάρα πολύ αργή σαν μια μελωδία αλλά με πολύ μεγάλα διαστήματα – μεγάλα άλματα από τη μία νότα στην άλλη, οπότε δίνεις μεγαλύτερη προσοχή στο διάστημα ανάμεσα στις νότες, οι οποίες τώρα βρίσκονται σε μεγάλη απόσταση. Έτσι όταν ξαναπαίξεις Μπετόβεν ή Μπαχ, έχεις πλέον μια πολύ πιο διευρυμένη κατανόηση για τα διαστήματα – τις σχέσεις και τις  εντάσεις ανάμεσα στις νότες.  Αυτό που συχνά λέμε, ότι η μουσική είναι αυτό που βρίσκεται ανάμεσα στις νότες.

Εδώ πλέον με την κυριολεκτική σημασία του διαστήματος.

Ακριβώς.

Καθώς αναφερθήκατε στον Μπαχ, πρόσφατα ηχογραφήσατε εκ νέου τις Σουίτες για Σόλο Βιολοντσέλο πολλά χρόνια μετά από την πρώτη ηχογράφηση που κάνατε. Εν τω μεταξύ, συμβάλατε στη δημιουργία ενός χορευτικού έργου με αυτή τη μουσική. Πώς αυτή η εμπειρία του χορού επηρέασε την ερμηνεία σας;

Επανηχογράφησα τις Σουίτες του Μπαχ δεκαεπτά χρόνια μετά την πρώτη ηχογράφηση και οι εμπειρίες που απέκτησα σε αυτά τα 17 χρόνια είναι πλέον μέρος του τρόπου με τον οποίο τις παίζω σήμερα. Και ειδικότερα, το μεγάλο πρότζεκτ με τον χορό, με την Anne Terese De Keersmaeker και την ομάδα Rosas είχε πράγματι σημαντική επίδραση στο παίξιμό μου, καθώς έπρεπε να αλληλεπιδράσω επί σκηνής με τους χορευτές που ήταν πολύ κοντά μου και αντιδρούσαν στο παίξιμό μου, ενώ και το παίξιμό μου αντιδρούσε στις κινήσεις τους. Αυτό έγινε πάνω από 120 φορές – όσες φορές παρουσιάστηκε η performance στη διάρκεια της συνεργασίας μας. Αυτή η διαρκής ανταλλαγή, όμως, ακόμα και αν δεν ήταν με έναν μουσικό, έφερε αλλαγές: στους χρόνους, στα χρώματα, και με έκανε να αρχίσω να βλέπω τα κομμάτια σαν μουσική δωματίου. Αυτό είναι σίγουρα κάτι που είχε μεγάλη επίδραση στην ερμηνεία μου και ήταν ένας από τους λόγους που ήθελα να τις ηχογραφήσω ξανά.

Το γεγονός ότι περάσατε μερικά χρόνια της παιδικής σας ηλικίας σε μια πόλη της Μεσογείου σας διαμόρφωσε με κάποιο τρόπο;

Ταξίδεψα πολύ στην παιδική μου ηλικία, επειδή η οικογένειά μου ταξίδευε πολύ. Γεννήθηκα στο Μόντρεαλ, όταν ήμουν πέντε ετών πήγα στην Αλγερία και όταν ήμουν 8 ετών φτάσαμε στην Προβηγκία στη νότια Γαλλία. Και πράγματι, όλες αυτές οι διαφορετικές συναντήσεις με διαφορετικές κουλτούρες και ακόμη και γλώσσες είναι μέρος της ταυτότητάς μου. Και γνωρίζουμε, το αργότερο από τον Leonard Bernstein, ότι η γλώσσα και η μουσική είναι πολύ στενά συνδεδεμένες, οπότε αυτό έχει επιρροή στο ποιος είμαι ως μουσικός.

Πώς επιλέξατε το πρόγραμμα της συναυλίας για την Αρχαία Μεσσήνη;

Είναι πολύ εμπνευστικό να σκέφτομαι την πιθανότητα να παίξω στην Αρχαία Μεσσήνη, όπου η ιστορία είναι παρούσα και σχεδόν συντριπτική. Επέλεξα ένα πρόγραμμα που περιλαμβάνει οργανικά σύνολα διαφόρων μεγεθών. Θα παίξω σόλο, και ντουέτο με βιολί και ντουέτο με φωνή, και στη συνέχεια θα παίξουμε σε σύνολο από βιολοντσέλα, σαν μια ορχήστρα τσέλων. Όλες αυτές οι διαφορετικές διαστάσεις θα δώσουν στον ακροατή τη δυνατότητα να βιώσει τον χώρο της Αρχαίας Μεσσήνης με έναν διαφορετικό τρόπο.

Επίσης,  μερικές από τις συνθέσεις είναι πάνω από 300 ετών, όπως οι Σουίτες του Μπαχ, και άλλες, όπως το κομμάτι της Kaija Saariaho, που συνδυάζει τσέλο με φωνή, είναι πρόσφατα κομμάτια, περίπου 40 ετών. Έτσι, οι διαφορετικές περίοδοι του ρεπερτορίου θα αλληλεπιδράσουν με την αίσθηση του χρόνου που μας δίνει η Αρχαία Μεσσήνη.

Το να παίζετε μουσική δωματίου με μουσικούς που γνωρίζετε ελάχιστα ή καθόλου και που πρέπει να προετοιμαστείτε σε λίγες μέρες, είναι περισσότερο πρόκληση ή απόλαυση;

Είναι ταυτόχρονα πρόκληση και έμπνευση να παίζεις μουσική δωματίου με μουσικούς με τους οποίους δεν παίζεις συνήθως. Είναι πολύ αναζωογονητικό όταν όλοι οι συμμετέχοντες είναι ανοιχτοί σε νέες ιδέες, νέες προτάσεις, νέες παρορμήσεις, και έτσι μπορεί να προκύψει μια πολύ ζωντανή μουσική εμπειρία.

Σας αρέσει άλλη μουσική εκτός από την κλασική;

Είμαι μεγάλος θαυμαστής της τζαζ – της τζαζ διαφορετικών εποχών. Των μεγάλων δασκάλων του μπλουζ της δεκαετίας του 1960, αλλά και πιο πρόσφατων καλλιτεχνών, ενώ τα τελευταία χρόνια έχω ακόμη και την ευκαιρία να παίζω όλο και περισσότερο με τον υπέροχο σαξοφωνίστα από τη Γαλλία Raphaël Imbert, έχουμε δουλέψει πολύ πάνω στην αυτοσχεδιασμό. Οπότε, ναι – αν έπρεπε να αναφέρω μερικά από τα μεγάλα ονόματα του παρελθόντος, σίγουρα θα ανέφερα τον Art Blakey, γιατί τρελαίνομαι για τα κρουστά. Επίσης τον Oscar Petersen. Και φυσικά τον Stefan Grappeli, γιατί είναι ο μεγάλος δάσκαλος στα έγχορδα των δεκαετιών του ’70, ’80 και του ’90. 

Δημήτρης Κιουσόπουλος

Αρχισυντάκτης

Ο Δημήτρης Κιουσόπουλος είναι μουσικός κριτικός και δημοσιογράφος. Σπούδασε ιστορία, αρχαιολογία, και κλασικές σπουδές στα Πανεπιστήμια Αθηνών και Εδιμβούργου και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές ιστορίας με έμφαση στην κοινωνική ιστορία της μουσικής και της όπερας στην École des Hautes Etudes en Sciences Sociales, Παρίσι, το Berliner Kolleg für Vergleichende Geschichte Europas (BKVGE Freie Universität / Humboldt-Universität) Βερολίνο, και το Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο, Φλωρεντία.

Κύλιση στην κορυφή