classicalmusic.gr

Δημήτρης Κιουσόπουλος

Δημοσιογράφος, Μουσικός Κριτικός

Ο Δημήτρης Κιουσόπουλος είναι μουσικός κριτικός και δημοσιογράφος. Σπούδασε ιστορία, αρχαιολογία, και κλασικές σπουδές στα Πανεπιστήμια Αθηνών και Εδιμβούργου και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές ιστορίας με έμφαση στην κοινωνική ιστορία της μουσικής και της όπερας στην École des Hautes Etudes en Sciences Sociales, Παρίσι, το Berliner Kolleg für Vergleichende Geschichte Europas (BKVGE Freie Universität / Humboldt-Universität) Βερολίνο, και το Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο, Φλωρεντία.

Συνέντευξη με τον συνθέτη και δάσκαλο Μπάμπη Κανά

Δημήτρης Κιουσόπουλος

Δημοσιογράφος, Μουσικός Κριτικός

O συνθέτης και δάσκαλος Μπάμπης (Χαράλαμπος) Κανάς είναι μία από τις σημαντικές μορφές της σύγχρονης ελληνικής μουσικής, με πολυετή συνθετική και παιδαγωγική παρουσία. Γεννήθηκε το 1952 στο Νέο Φάληρο, σπούδασε φλάουτο και ανώτερα θεωρητικά στο Ωδείο Αθηνών, όπου κατόπιν δίδαξε γενεές μαθητών ανώτερα θεωρητικά. Δίδαξε σύνθεση στα Ωδεία Κεντρικόν, Μελάνθειο, Kodaly και Μάντζαρος, έχοντας ο ίδιος υπάρξει μαθητής στο αντικείμενο του σημαντικού Έλληνα συνθέτη Γιάννη Α. Παπαϊωάννου. Ως συνθέτης παραμένει δημιουργικότατος και πρόσφατα κυκλοφόρησε το ψηφιακό album Relief(s) για φλάουτο και ορχήστρα εγχόρδων.

Η ηχογράφηση πραγματοποιήθηκε από τις 9 έως τις 12 Ιανουαρίου 2025 στον Χώρο Τέχνης και Πολιτισμού «Άρτεμις» στον Άλιμο με τα έγχορδα της Φιλαρμόνιας Ορχήστρας Αθηνών σε διεύθυνση του Βύρωνα Φιδετζή. Σολίστ στο φλάουτο είναι η Θεοδώρα Ιορδανίδου, μέλος της ορχήστρας  από την ίδρυσή της το 2016. 

Συνέντευξη με τον συνθέτη και δάσκαλο Μπάμπη Κανά
 Mυρσίνη Xατζηκωνσταντή, Μπάμπης Κανάς, Θεοδώρα Ιορδανίδου και Βύρων Φιδετζής

Κύριε Κανά, σας πετυχαίνω σχεδόν πάντοτε στις συναυλίες της Φιλαρμόνιας Ορχήστρας Αθηνών. Υποθέτω ότι βρίσκετε ενδιαφέρουσες τις δράσεις της. Πώς τις αξιολογείτε;

Παρακολουθώ τη Φιλαρμόνια Ορχήστρα από την ημέρα αναγγελίας της ίδρυσής της. Έμαθα τότε πως ένας από τους κύριους σκοπούς της ήταν η ανάδειξη την ελληνικής δημιουργίας, πράγμα πού σύντομα είδα να πραγματοποιείται (αντίθετα με άλλες περιπτώσεις…). Τούτου λεχθέντος, στη συνέχεια παρακολούθησα την ωρίμαση με γρήγορα βήματα μιας ορχήστρας μουσικών ως επί το πλείστον νέων, που έχει μέχρι τώρα αναδείξει τόσο κλασικά όσο και σύγχρονα έργα, νέους μαέστρους και σολίστ. Ελπίζω κι εύχομαι η δύσκολη αυτή προσπάθεια να έχει όσο το δυνατόν μεγαλύτερη συνέχεια μέσα στις αντιξοότητες της εποχής μας…

Γιατί την επιλέξατε για τη ηχογράφηση του τελευταίου σας έργου;

Οι λόγοι ποικίλουν. Πέρα απ᾽ όλα όσα ανέφερα παραπάνω (συμπεριλαμβανομένης της δυσκολίας για ένα σύγχρονο ελληνικό έργο να πάρει σειρά για μία θέση στα προγράμματα των άλλων μουσικών συνόλων), προσέβλεπα στη δυνατότητα ηχογράφησης του έργου με διευθυντή τον Βύρωνα Φιδετζή, η γνωριμία μου με τον οποίο πάει πενήντα χρόνια πίσω, και σολίστ την Θεοδώρα Ιορδανίδου, μέλος της ορχήστρας, της οποίας τη μουσική ποιότητα είχα τη χαρά να εκτιμήσω κατά την εκτέλεση ενός έργου που, μαζί με τον σύζυγό της Βαγγέλη Σταθουλόπουλο, μου έκαναν την τιμή να ζητήσουν να γράψω, και στη συνέχεια ηχογραφήθηκε και κυκλοφορεί μεταξύ άλλων σε CD από την Irida Music.

Το νέο έργο που μόλις κυκλοφόρησε ποια θέση έχει στην ως τώρα δημιουργία σας;

Η ολοκλήρωση της σύνθεσης του παρόντος έργου (Αύγουστος του 2022) συνέπεσε με την επέτειο των γενεθλίων μου. Το να κλείνει κάποιος τα εβδομήντα είναι, σίγουρα, σημαντικό… από την άλλη σηματοδοτεί το πέρασμα στην επόμενη «πίστα» που, βέβαια, δε μπορεί να είναι πιο εύκολη από τις προηγούμενες, διαφορετικά το παιχνίδι θα ήταν μάλλον βαρετό… Σκέψεις οι οποίες, σε συνδυασμό με το τέλος του καλοκαιριού, αφήνουν μια γλυκόπικρη γεύση, κάτι σαν από αμαρέτο ή καμπάρι, στην οποία φέρνει και το μουσικό μου ετούτο κέρασμα, κάτι σαν “επισκόπηση πορείας”… 

Έχει δηλαδή έναν χαρακτήρα αυτοβιογραφικό; Στιγμές, μνήμες, εμπειρίες που μοιράζεστε με τον ακροατή…

Προκειμένου για “μουσική αυτοβιογραφία”, θ᾽ αναφέρω κάτι που άκουσα από τον αείμνηστο Κώστα Κλάββα με τον οποίο είχα πολυετή κι επωφελή συνεργασία: “Ο κόσμος δέν ενδιαφέρεται για τα προσωπικά σου”… Εύκολα παρεξηγήσιμο, όμως πέρα απ᾽ αυτό, νομίζω πως κάθε έργο εμπεριέχει λίγο πολύ “κάτι απ´τη ζωή” του δημιουργού του. Στή ζωή όλων μας υπάρχουν στιγμές χαράς, έρωτα, λύπης, οργής, σαρκασμού, απελπισίας, που ο απόηχος της καθεμιάς δεν γίνεται να μην υπάρχει, έστω και υποσυνείδητα, μέσα στο έργο. Όμως (κι εδώ “δένει” για μένα   η φράση του Κλάββα), ακόμη κι άν αυτή είναι η συνειδητή πρόθεση, θα πρέπει να γίνει έτσι που να μην “καρφώνεσαι”, για να το πω έτσι, να μην τη “βγάζεις στη “βιτρίνα” αλλά ν᾽ αφήνεις τον ακροατή να βρει το δικό του συναίσθημα, που μπορεί να ταυτίζεται (πολύ, λίγο ή και καθόλου) μ᾽ αυτό που θέλεις να πεις, δεδομένου ότι η μουσική είναι και ανέκαθεν ήταν τέχνη αφηρημένη. 

Το έργο έχει πέντε μέρη. Είναι συλλογή, είναι σουίτα…;

Παρ᾽ όλο που δεν αναγράφεται στον τίτλο, τη γενική φόρμα μπορούμε να την πούμε Σουίτα με την έννοια που πήρε ο όρος στη μετά το μπαρόκ εποχή, όταν έφθασε να σημαίνει την ελεύθερη διαδοχή κομματιών χωρίς ιδιαίτερο καθορισμό της μορφής τους.

Όπως είχα επισημάνει και για ένα ανάλογο έργο μου, την Partita op.15 (1991), ένας συνθέτης που έχει διατελέσει φλαουτίστας δε μπορεί παρά να έχει κάπου στο βάθος του νου του τη σουίτα σε σι ελάσσονα του Μπαχ… Μετά από τριαντα-τόσα χρόνια και όσα εν τω μεταξύ άλλαξαν στον κόσμο και στον καθένα μας, η χρήση της συγκεκριμένης φόρμας ως προς τη δομή αλλά και το αρμονικό ύφος αποτελεί όχι “επιστροφή” αλλά ένα διαχρονικό εργαλείο.

Υπάρχει μία συνέχεια προς το παλαιότερο έργο;

Στην Partita op.15, ανάθεση τότε της Camerata, η πρώτη για ελληνικό έργο, τα μπαρόκ στοιχεία ήταν κάπως πιο εμφανή κατ᾽ αρχήν στους τίτλους των μερών (Ouverture, Courante, Polonaise, Gavotte, Sarabande, Gigue). Τώρα, με την ηχώ του παλιότερου εκείνου έργου να έρχεται από το παρελθόν, το “Relief(s)” ο τίτλος του οποίου παίζει με τη διπλή έννοια της λέξης (ανακούφιση – ανάγλυφο) αισθάνομαι πως κλείνει τον κύκλο περιγράφοντας ένα “καταστάλαγμα” μέσα σε αρκετά διαφορετικό περιβάλλον, παίρνοντας απόσταση από συγκρούσεις, απογοητεύσεις κι ό,τι άλλο έρχεται με τα χρόνια…

Όμως η απόδοση διαφόρων στιγμών και συναισθημάτων που ανέφερα πριν  – κι επειδή πάντοτε επιζητώ το κοντραστ – έρχεται με εναλλαγές που πιστεύω αντιστοιχούν στον χαρακτηρισμό “ανάγλυφα” μέσα στο κατά τ᾽ άλλα ήρεμο ως επι το πλείστον κλίμα, στο οποίο μάς βάζει το πρώτο μέρος (Romance), ενώ το δεύτερο (Capriccio) με λίγο “σκανταλιάρικο” χαρακτήρα αντιστοιχεί στη Gigue, τό τρίτο (Hésitation) είναι αργό βάλς σε νοσταλγική ατμόσφαιρα με παρεμβολή ενός πιο ζωηρού μεσαίου τμήματος σαν Trio. Το τέταρτο (Gavotte) είναι αυτό που λέει ο τίτλος. Πέμπτο καί έκτο μέρος (Villanelle & Fandango) παίζονται χωρίς διακοπή οδηγώντας στο φινάλε. Καί παρ᾽ όλο που τα περισσότερα μέρη δεν έχουν μπαρόκ τίτλους, η συνολική δομή του έργου διατηρεί σε γενικές γραμμές εκείνην της παλιάς σουίτας. 

Γενικά στη μουσική σας δανείζεστε από πολλά είδη και εποχές: τζαζ, έθνικ, ραγκ, παραδοσιακή μουσική, μπαρόκ, λἀτιν, ελαφρό τραγούδι… εδώ υπάρχουν τέτοιες αναφορές;

Πράγματι, αλλά μπορώ να πω ότι το συγκεκριμένο έργο έχει κρατηθεί στα “κλασικά” πλαίσια αναφορικά με την φόρμα και την αρμονία. Στο δεύτερο μέρος και στο τέταρτο η μορφή αντιπαρατίθεται με την κάπως διευρυμένη για στυλ μπαρόκ τονικότητα ενώ τα δύο τελευταία έχουν μία κάπως “φολκλόρ” διάθεση.

Σπουδάσατε με ένα από τους πιο σημαντικούς εισηγητές της πρωτοπορίας στην Ελλάδα, τον Γιάννη Α.  Παπαϊωάννου. Όμως ακολουθήσατε άλλη πορεία.

Η αλήθεια είναι ότι πέρασα μεγάλο μέρος της νιότης μου την εποχή που η avant-garde έκανε τη θορυβώδη είσοδό της στα ελληνικά μουσικά πράγματα. Θυμάμαι ένα απόγευμα που όλη η παρέα είμαστε μαζεμένοι γύρω στο ραδιόφωνο που θα μετέδιδε την περιβόητη συναυλία στό Ηρώδειο της Πειραματικής Ορχήστρας με διευθυντή τον Χατζηδάκι να παρουσιάζει, μεταξύ άλλων, τα “Εόντα” του Ξενάκη. Δεν κατάλαβα τίποτε (ήμουν δώδεκα χρονών), ούτε όμως και αργότερα ένιωσα κάτι να με τραβάει σ᾽αυτήν την ιστορία. Αλλά κατά τη συστηματική μου ενασχόληση με τη μουσική, σπουδάζοντας θεωρητικά και φλάουτο, ανακάλυψα τη μουσική του 20ού αιώνα μέσα από τα έργα των Προκόφιεφ, Μπάρτοκ, Χίντεμιτ, Πουλένκ, Μαρτινού, Ζολιβέ, Ντυτιγιέ, Χόνεγκερ, Μιγιώ, Βίλλα Λόμπος, όπου είδα νά διαμορφώνεται το μουσικό μου, ας πούμε, “γούστο”. Και η σκέψη μου ήταν, για να το θέσω κάπως απλοϊκά, να φτιάξω κάποια στιγμή κι εγώ τέτοια πράγματα. Κι εδώ θέλω να τονίσω ότι, αντίθετα με ότι έχω κατα καιρούς ακούσει από άλλους, ο Παπαϊωάννου ποτέ δεν προσπάθησε να με σπρώξει προς κάτι άλλο από αυτό που, φαντάζομαι, έβλεπε πως μου “ταίριαζε”. Βέβαια εξασκήθηκα παράλληλα στο δωδεκάφθογγο και την ατονικότητα αλλά καθαρά ως μέρος του μαθήματος της σύνθεσης, πράγμα που αποδείχτηκε χρήσιμο όπως κάθε υφολογική άσκηση – π.χ. για να “σπάσουν τα άλατα” της τονικότητας -, αλλά ως εκεί. Κι όταν κάποια στιγμή του παρουσίασα το πρώτο ολοκληρωμένο έργο μου, τη Σονάτα για φλάουτο και πιάνο, ηχογραφημένο και παιγμένο από μένα και τον φίλο Γιάννη Μιχαηλίδη, ο Παπαϊωάννου, αφού το άκουσε, μου είπε “ελπίζω να συνέτεινα κι εγώ σ᾽ αυτό το αποτέλεσμα”. Πάντως ο περίγυρος δεν ήταν ιδιαίτερα δεκτικός. Υπήρχε η αντιμετώπιση «μα γράφεις “συγχορδίες”, είσαι με τα καλά σου;» Η αλήθεια είναι πως ποτέ δεν κατάλαβα γιατί θα έπρεπε άλλοι να έχουν γνώμη για το πώς εγώ θα γράφω μουσική… Ωστόσο, σύντομα προέκυψαν περιπτώσεις όπως π.χ. ο Σνίτκε που,  παρέχοντας το άλλοθι του μεταμοντερνισμού, έσπρωξαν γενικά την κατάσταση σε μεγαλύτερη “ανοχή” προς πράγματα που πριν είχαν το στίγμα του παρωχημένου, φθάνοντας μέχρι και τον όψιμο εναγκαλισμό τους από πολλούς μέχρι τότε άσπονδους πολέμιους…

Εκτός από αυτούς που αναφέρατε, ποιοι άλλοι συνθέτες σας επηρέασαν και σας επηρεάζουν ακόμα;

Μέσα από το ρεπερτόριο του φλάουτου, είχα την ευκαιρία να γνωρίσω σε βάθος και πλάτος αφ᾽ ενός τους συνθέτες του μπαρόκ με πάνω απ᾽όλους τον J.S.Bach κι αφ᾽ ετέρου, όπως ανέφερα πριν, τους συνθέτες του 20ου αιώνα στους οποίους είδα την εξέλιξη της “κλασικής” αρμονίας έξω από τη δεύτερη βιεννέζικη σχολή. Ιδιαίτερο παράδειγμα, η περίπτωση του Βίλλα Λόμπος που συνδύασε την τεράστια παρακαταθήκη του νοτιοαμερικανικού φολκλόρ με την μπαρόκ αντίστιξη (Bachianas Barasileiras καί αλλού) όπως και του Ginastera και άλλων “εξωτικών”, ας πούμε, δημιουργών… Ο αείμνηστος δάσκαλος μου Urs Rüttimann είχε πει, ανάμεσα σε πολλά άλλα χρήσιμα, “η μεγαλοφυΐα έρχεται από το χωριό” !

Το γεγονός, όπως επισημάνατε ήδη, ότι ο ίδιος είστε φλαουτίστας, τι σημαίνει για ένα έργο στο οποίο πρωταγωνιστεί το φλάουτο;

Η σχέση μου με το φλάουτο κάποια στιγμή τελείωσε αλλά στάθηκε πολύτιμη για την εξέλιξη μου ως συνθέτη. Αφ᾽ ενός επειδή ως εκτελεστής γνώρισα τι σημαίνει να βρίσκεσαι στήν “από ᾽κει” μεριά των αναλογίων, αφ᾽ ετέρου επειδή όντας εξοικειωμένος με την τεχνική του οργάνου ένιωθα πιο άνετα για το τι και πως θα γράψω, ενίοτε με την “πονηριά” του να μοιάζει “δύσκολο” χωρίς στην πραγματικότητα να είναι… Πάντως η δεξιοτεχνία από μόνη της δεν αποτελεί ιδιαίτερη επιδίωξη μου.

Θεοδώρα Ιορδανίδου
Έχετε ξανασυνεργαστεί νομίζω με τη Θεοδώρα Ιορδανίδου. Πόσο σημαντική είναι η συνεργασία με την/τον σολίστ στη δημιουργία ενός νέου έργου

Ξεκινώντας ένα νέο έργο για σόλο όργανο ή όργανα, έχω συνήθως στο νου μου το πρόσωπο που ενδεχομένως θα το παίξει, είτε το έχουμε συμφωνήσει, είτε σε άλλες περιπτώσεις όχι. Τώρα, γενικά μιλώντας, ο συνθέτης οφείλει υποτίθεται να γνωρίζει τις τεχνικές δυνατότητες των οργάνων για τα οποία γράφει. Αλλά επειδή αυτό δεν είναι πάντοτε δυνατό, καλό είναι να μη “ντρέπεται” κανείς να ζητήσει τη γνώμη του εκτελεστή. Πάντως, έχουν υπάρξει περιπτώσεις π.χ. έργα (κλασικά) για βιολί που, επειδή ο συνθέτης δεν ήταν βιολιστής, ώθησαν τον σολίστα να βρει νέες λύσεις, εξελίσσοντας έτσι την τεχνική του οργάνου. Πρέπει ωστόσο να πω ότι στη σύγχρονη εποχή έχει γίνει κατάχρηση του φαινομένου ανάγοντας το σε αυτοσκοπό, κάτι που πιστεύω ότι δεν είναι προς όφελος της μουσικής. Για να μιλήσω για το συγκεκριμένο έργο, παρ´ ότι δεν γράφτηκε ειδικά για τη Θεοδώρα, εγώ, έχοντας την εμπειρία που προανέφερα από εκτελέσεις της έργων μου, ήμουν βέβαιος πως το κομμάτι ήταν σε πολύ καλά χέρια.

Κλείνοντας, πώς πιστεύετε ότι θα έπρεπε να προβάλλεται η σημερινή έντεχνη ελληνική μουσική;

Αυτή είναι μια ερώτηση που από μέρα σε μέρα γίνεται όλο και πιο κρίσιμη. Και αφορά την ελληνική μουσική αλλά και τη μουσική γενικότερα. Υποψιάζομαι την ύπαρξη μιας αντίφασης, η ελληνική και γενικά η «λόγια» μουσική να παίζεται συχνότερα από ποτέ, αλλά να γίνεται όλο και λιγότερο κατανοητή. Το γιατί έχει να κάνει νομίζω με την απροθυμία, ίσως και αδυναμία θα τολμούσα να πω, του ευρέος κοινού να διαθέσει περισσότερο χρόνο για να καταλάβει ένα καινούργιο έργο. Μπορεί αυτό να οφείλεται στ´ ότι τα “πνευματικά” προϊόντα, μεταξύ των οποίων και η μουσική, παρέχονται σε όλο και πιό “λάϊτ” και “μικρές” μερίδες… Όμως αυτό είναι θέμα για μεγάλη συζήτηση. Και για να τελειώσουμε αισιόδοξα, πρέπει ν´ αναφέρω ότι στις συναυλίες της Φιλαρμόνια αλλά και σε άλλες βλέπω να δημιουργείται σταδιακά ένα νέο κοινό με φανερό κι έντονο ενδιαφέρον για αυτά που συμβαίνουν. Βέβαια θα χρειαστεί χρόνος μέχρι να δημιουργηθούν οι βάσεις που θα στηρίξουν την πρόσληψη σε βάθος τόσο της κλασικής όσο και της σύγχρονης δημιουργίας, ελληνικής και ξένης. Κι αυτός είναι ένας λόγος που η παρουσία της Φιλαρμόνια στο άμεσο, προσεχές και απώτερο μέλλον έχει πολύ μεγάλη σημασία, πρέπει πάσῃ θυσίᾳ να συνεχιστεί, κι αρμόζουν συγχαρητήρια κι ευχαριστίες στον Νίκο Μαλιάρα και σ᾽ όλους όσοι μοχθούν γι αυτό. Ευχαριστώ κι εσάς προσωπικά για τη συνέντευξη αυτή που ελπίζω να έδωσε κάποια χρήσιμα στοιχεία.

Εγώ σας ευχαριστώ, ήταν τιμή μου.

Ακούστε το Relief(s) στο Spotify

Δημήτρης Κιουσόπουλος

Δημοσιογράφος, Μουσικός Κριτικός

Ο Δημήτρης Κιουσόπουλος είναι μουσικός κριτικός και δημοσιογράφος. Σπούδασε ιστορία, αρχαιολογία, και κλασικές σπουδές στα Πανεπιστήμια Αθηνών και Εδιμβούργου και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές ιστορίας με έμφαση στην κοινωνική ιστορία της μουσικής και της όπερας στην École des Hautes Etudes en Sciences Sociales, Παρίσι, το Berliner Kolleg für Vergleichende Geschichte Europas (BKVGE Freie Universität / Humboldt-Universität) Βερολίνο, και το Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο, Φλωρεντία.

Κύλιση στην κορυφή

Newsletter

Γραφτείστε στο εβδομαδιαίο newsletter του classicalmusic.gr.  Aποστέλλεται κάθε Παρασκευή και περιέχει τα τελευταία νέα μας!