
Συνεχίζουμε στην ίδια δεκαετία με το Ρέκβιεμ του Σνίτκε στα ’70, λίγο πιο δυτικά όμως γεωγραφικά. Πάμε στην Αυστρία, σε έναν καλλιτέχνη που αυτοπροσδιορίζεται ως συνθέτης, μαέστρος και τραγουδιστής-τραγουδοποιός (chansonnier). Αναφέρομαι στον Heinz Karl Gruber (*1943) ή –κοινώς HK Gruber– που έχει γίνει διάσημος με το έργο Frankenstein!!* ένα παν-δαιμόνιο για βαρύτονο chansonnier και σύνολο, βασισμένο σε παιδικούς στίχους του Hans Carl Artmann^ (1977).
Ο Gruber έχει συνθέσει έργα για ορχήστρες όπως οι Φιλαρμονικές της Βιέννης και του Λος Άντζελες, του Φεστιβάλ της Λουκέρνης, η Gewandhaus της Λειψίας, η Συμφωνική της Βοστόνης και η London Sinfonietta. Επίσης συνέθεσε κοντσέρτα για σολίστες όπως ο τσελίστας Yo-Yo Ma (Κοντσέρτο για τσέλο και ορχήστρα, 1989), ο τρομπετίστας Håkan Hardenberger (Busking, 2007) και ο πιανίστας Emanuel Ax (Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα, 2016). Ξεχωρίζουν από τις συνθέσεις του το συμφωνικό ποίημα Dancing in the Dark (2002) και οι συμφωνικές σκηνές Σύντομες Ιστορίες από τα Βιεννέζικα Δάση (2019) από την ομώνυμη όπερα. Ως μαέστρος, έχει διευθύνει μεταξύ ἀλλων την Ορχήστρα της Βαυαρικής Ραδιοφωνίας, τη Philharmonia, την Ορχήστρα του Cleveland, την Ορχήστρα Δωματίου Mahler, τη Φιλαρμονική του BBC.
Επιπλέον, ο Gruber έχει εμφανιστεί εκτενώς ως chansonnier, κυρίως στο Frankenstein!!, το οποίο παρουσίασε για πρώτη φορά με τον Sir Simon Rattle και τη Βασιλική Φιλαρμονική του Liverpool το 1978, στην εκδοχή με συμφωνική ορχήστρα. Έκτοτε, το έργο αυτό έχει παρουσιαστεί περισσότερες από 600 φορές σε όλο τον κόσμο. Την πανελλήνια πρεμιέρα του – στην εκδοχή με μουσικό σύνολο – έδωσε το 2017 το Ergon Ensemble, υπό τη διεύθυνση του Kasper de Roo με σολίστ τον Τάση Χριστογιαννόπουλο στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, στα ελληνικά, σε απόδοση του σολίστ. Όπως λοιπόν, καταλαβαίνετε, το έργο υπάρχει σε δύο εκδοχές ενορχήστρωσης: μία για πλήρη συμφωνική ορχήστρα και μία για ενόργανο σύνολο, και οι δύο εξαιρετικά προσεκτικές ώστε να υποστηρίζουν τον σολίστα.
Και στις δύο παραπάνω περιπτώσεις κάποιοι από τους μουσικούς παίζουν παιδικά όργανα, ή αν προτιμάτε όργανα για παιδιά, και άλλα αντικείμενα: αυτά περιλαμβάνουν καζού, πλαστικούς σωλήνες, μελόντικα, φλογέρα λωτού (φλογέρα με έμβολο), κόρνες ποδηλάτου, toy piano. Όσο γραφικό ή διασκεδαστικό και αν είναι το οπτικό αποτέλεσμα των παιχνιδιών, ο πρωταρχικός τους ρόλος είναι μουσικός και όχι παιχνιδιάρικος –ακόμη και τα πλαστικά άλογα που χλιμιντρίζουν έχουν τη μοτιβική/αρμονική τους λειτουργία.
Το αποτέλεσμα συχνά είναι χαοτικό, εξ ού και ο προσδιορισμός «παν-δαιμόνιο» στον επίσημο τίτλο του έργου. Τα ονόματα των μερών προέρχονται από όλη τη μυθολογία – κυρίως σύγχρονη – αλλά δεν απευθύνονται μόνο σε παιδιά: κυρία Δρακουλία, John Wayne, Χρυσοδάκτυλος και Bond, το τραγούδι του Ροβινσώνα Κρούσο, Μπάτμαν και Ρόμπιν, σερενάτα του Λυκανθρώπου, Φράνκεσταϊν φυσικά, κ.ο.κ. Όπως αναφέρει ο συνθέτης: «Ο ίδιος ο Artmann έχει περιγράψει τα ποιήματα ως, μεταξύ άλλων, “κρυφές πολιτικές δηλώσεις”. Τυπικά, αρνήθηκε να εξηγήσει τι εννοούσε. Αλλά η επιφυλακτικότητά του είναι εύγλωττη: τα τέρατα της πολιτικής ζωής πάντα προσπαθούσαν να κρύψουν το αληθινό τους πρόσωπο και πολύ συχνά το κατάφερναν.» Όσον αφορά τον τίτλο, ο Gruber θεωρεί πως από τις αμφιλεγόμενες φιγούρες σε αυτό το πανδαιμόνιο είναι ο άτυχος επιστήμονας που κάνει μια τόσο ξαφνική είσοδο στο μέσο του έργου. «Ο Φρανκενστάιν – ή όποιος άλλος επιλέξουμε να ταυτίσουμε με αυτό το όνομα – δεν είναι ο πρωταγωνιστής, αλλά η φιγούρα πίσω από τα παρασκήνια, την οποία ξεχνάμε με δική μας ευθύνη».
Προχωρώντας δε, περισσότερο στη σύνδεση της μουσικής με τα ποιήματα ο συνθέτης δηλώνει πως «ο στόχος μου ήταν να δημιουργήσω μια ευρεία παλέτα που να συνδυάζει παραδοσιακές μουσικές εκφράσεις με νεότερες και πιο δημοφιλείς, ώστε να παραμείνω πιστός στην παραπλανητική απλότητα των κειμένων, των οποίων η μορφή σε πρώτη ματιά υποδηλώνει μια αφελή, με αθωότητα χαρούμενη ατμόσφαιρα.» Οι «παραδοσιακές» μουσικές εκτείνονται από τον Mozart και τη βιεννέζικη παράδοση, ως τον Προκόφιεφ και τη μουσική για καμπαρέ των Arnold Schönberg και Hanns Eisler. Οι σύγχρονες είναι το «μιλητό» τραγούδι του σολίστα (Sprechgesang), με συχνό τράβηγμα (παράταση) των συμφώνων· η χρήση των παιδικών οργάνων και των αντικειμένων ως πηγή εφέ και μουσικής, ενίοτε σε unisono με κάποια όργανα ή ακόμα και ως φορέας της μελωδίας (!)· οι απότομες αλλαγές διάθεσης και δυναμικής· ακόμα, το τραγούδι των μουσικών ως χορωδία στο βάθος.
Με λιγότερη από μισή ώρα διάρκεια, και πολλά σύντομα μέρη -το μεγαλύτερο των οποίων είναι 4′- το έργο αποτελεί μια εξαιρετική εισαγωγή στη σύγχρονη δημιουργία. Πολύ διασκεδαστικό, παρότι το μήνυμα των στίχων είναι σοβαρό και απ’ ό,τι φαίνεται, διαχρονικό. Επίσης πολυστιλιστικό, σαν το Ρέκβιεμ του Σνίτκε δηλαδή, με διαφορετικό όμως, τρόπο, με περισσότερη υφολογική συνοχή και χωρίς διακοπές ανάμεσα στα μέρη.
*Αυτή είναι η αυθεντική γραφή του τίτλου: με δύο θαυμαστικά.
^ Αυστριακός συγγραφέας, ποιητής και μεταφραστής (1921-2000).
Ηχογράφηση studio της εκδοχής με ορχήστρα: BBC Philharmonic, HK Gruber, τραγούδι-διεύθυνση
(Λινκ για το πρώτο μέρος της ηχογράφησης, κάντε κλικ στα επόμενα για να συνεχίσει).
Ζωντανή ηχογράφηση της εκδοχής για σύνολο: Ensemble Q, Jason Barry Smith, τραγούδι-διεύθυνση:
1ο μέρος | 2ο μέρος | 3ο μέρος | 4ο μέρος | 5ο μέρος
