Με σημαντικές διακρίσεις σε πανελλήνιους διαγωνισμούς και μια διαρκώς εξελισσόμενη καλλιτεχνική πορεία, ο νεαρός πιανίστας Βασίλης Πάτσης ανήκει στη νέα γενιά μουσικών που συνδυάζουν το ταλέντο με τη συνέπεια και τη βαθιά αγάπη για τη μουσική. Στη συνέντευξη που ακολουθεί μιλά για τα πρώτα του βήματα στο πιάνο, τους ανθρώπους που τον διαμόρφωσαν, τις εμπειρίες που τον σημάδεψαν και τα όνειρά του για το μέλλον.

Πότε και πως ήρθατε για πρώτη φορά σε επαφή με την μουσική;
Η πρώτη μου καθαρή ανάμνηση από τη μουσική είναι σε ηλικία πέντε ετών, όταν έκανα το πρώτο μου μάθημα πιάνου. Παρ’ όλα αυτά, η μουσική είχε μπει στη ζωή μου πολύ νωρίτερα. Σε αυτό καθοριστικό ρόλο είχε η μητέρα μου, η οποία φρόντισε από πολύ μικρή ηλικία να έχω καλλιτεχνικά ερεθίσματα και να έρθω σε επαφή με έναν κόσμο που, τότε, ίσως δεν μπορούσα ακόμη να καταλάβω πλήρως, αλλά σίγουρα άρχισε να με διαμορφώνει.
Ποιος ή τι ήταν αυτό που σας ώθησε να ασχοληθείτε επαγγελματικά με την μουσική;
Από την πρώτη φορά που έπαιξα μπροστά σε κοινό, σε πολύ μικρή ηλικία, ένιωσα ότι η μουσική και η ερμηνεία ήταν κάτι που με αφορούσε. Αυτό που με τράβηξε δεν ήταν μόνο η ίδια η μουσική, αλλά ολόκληρη η εμπειρία της συναυλίας· η αίθουσα που γεμίζει σιγά σιγά, η συγκέντρωση πριν ξεκινήσει το έργο, η ένταση της ερμηνείας, το χειροκρότημα. Αυτή η διαδικασία, είτε τη ζω ως ερμηνευτής είτε ως ακροατής, εξακολουθεί να μου φαίνεται πολύ δυνατή. Με τον καιρό κατάλαβα ότι η μουσική δεν ήταν απλώς κάτι που αγαπούσα, αλλά ένας χώρος στον οποίο ήθελα να ανήκω. Καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη συνειδητοποίηση είχε η δασκάλα μου, κυρία Μάγδα Νικολαΐδου, με την οποία δουλεύουμε μαζί για πάνω από μία δεκαετία και η οποία με βοήθησε να δω τη μουσική με μεγαλύτερη σοβαρότητα, συνέπεια και αφοσίωση.
Πώς επιλέξατε το όργανο με το οποίο ασχοληθήκατε;
Το να ξεκινήσω πιάνο δεν ήταν αρχικά δική μου επιλογή. Ήμουν πέντε ετών όταν οι γονείς μου αποφάσισαν να με γράψουν στο ωδείο, χωρίς να είμαι σίγουρος, για να είμαι ειλικρινής, με ποια ακριβώς κριτήρια επέλεξαν το συγκεκριμένο όργανο. Ίσως γιατί η μητέρα μου είχε κι εκείνη σπουδάσει πιάνο.Με τα χρόνια όμως, όσο μεγάλωνα και η σχέση μου με τη μουσική γινόταν πιο ουσιαστική, η απόφαση να συνεχίσω να επενδύω στο πιάνο έγινε σχεδόν αυτονόητη. Δεν ήταν πια απλώς μια δραστηριότητα που είχα ξεκινήσει μικρός, έγινε ένα μέσο έκφρασης, συγκέντρωσης και προσωπικής αναζήτησης. Κάποια στιγμή κατάλαβα ότι το πιάνο είχε πλέον αποκτήσει έναν πολύ σταθερό ρόλο στη ζωή μου, και από εκεί και πέρα η συνέχεια ήρθε φυσικά.
Πού σπουδάσατε και ποιοι δάσκαλοι σας διαμόρφωσαν;
Ξεκίνησα τις μουσικές μου σπουδές στο Ωδείο Ευμέλεια στην Νέα Σμύρνη. Αυτή τη στιγμή σπουδάζω στο Εράτειο Ωδείο, στην τάξη διπλώματος της κυρίας Μάγδας Νικολαΐδου. Είναι αναμφίβολα ο άνθρωπος που είχε τη μεγαλύτερη επιρροή πάνω μου και με έχει διαμορφώσει ουσιαστικά ως μουσικό. Καμιά φορά αστειευόμαστε ότι, πέρα από δασκάλα, λειτουργεί και ως προπονήτρια· και νομίζω πως αυτό το αστείο κρύβει μεγάλη δόση αλήθειας, γιατί στη μουσική δεν αρκεί μόνο η έμπνευση, χρειάζονται και συνέπεια, πειθαρχία και αντοχή.
Πέρα από τη δασκάλα μου, σημαντικό αποτύπωμα είχαν πάνω μου και τα έξι χρόνια φοίτησης στο Μουσικό Σχολείο Αλίμου. Εκεί είχα την ευκαιρία να βρίσκομαι καθημερινά σε επαφή με τη μουσική, να γνωρίσω διαφορετικά όργανα και είδη, να συνεργαστώ με άλλους μαθητές, μουσικούς και καθηγητές, αλλά και να συμμετέχω σε συναυλίες. Παράλληλα, στα χρόνια του Λυκείου, συνέχισα τις σπουδές μου στα Ανώτερα Θεωρητικά, στην τάξη του κυρίου Κυριάκου Τσολάκη.
Τον τελευταίο χρόνο είχα επίσης την ευκαιρία να δουλέψω με δύο σπουδαίους μουσικούς, τον Ιωάννη Ποταμούση και την Katerina Krpan, οι οποίοι με συμβουλεύουν και συμβάλλουν ουσιαστικά στην εξέλιξή μου.
Έχετε συμμετάσχει σε διαγωνισμούς; Υπήρξε κάποιος από αυτούς που σας ώθησε καθοριστικά στην επαγγελματική σας δραστηριότητα;
Έχω συμμετάσχει σε ορισμένους διαγωνισμούς και, παρότι η μουσική δεν είναι κάτι που μπορεί εύκολα να χωρέσει σε μια βαθμολογία, θεωρώ ότι η διαδικασία αυτή μπορεί να λειτουργήσει ως σημαντικό κίνητρο για έναν νέο μουσικό, αλλά και ως ευκαιρία για δημόσια εμφάνιση και ουσιαστική προετοιμασία. Ο πιο σημαντικός διαγωνισμός για μένα μέχρι σήμερα ήταν ο 7ος Πανελλήνιος και Παγκύπριος Διαγωνισμός Πιάνου «Αλίκη Βατικιώτη», στον οποίο κέρδισα το πρώτο βραβείο. Η διάκριση αυτή ήταν ιδιαίτερα σημαντική, γιατί ως νικητής του διαγωνισμού θα έχω την ευκαιρία να εμφανιστώ για πρώτη φορά ως σολίστ με ορχήστρα, ερμηνεύοντας κοντσέρτο υπό τη διεύθυνση του μαέστρου Γιώργου Αραβίδη, σε συναυλία που θα πραγματοποιηθεί στα Χανιά την άνοιξη του 2027.
Μια ακόμη πολύ σημαντική στιγμή ήταν η συμμετοχή μου, τον Μάρτιο του 2026, στον 7ο Πανελλήνιο Μουσικό Διαγωνισμό «Δημήτρης Μητρόπουλος», στην κατηγορία των Μουσικών Οργάνων, όπου τιμήθηκα με το πρώτο βραβείο και το Χρυσό Αγαλματίδιο του διαγωνισμού, έχοντας συγκεντρώσει την υψηλότερη βαθμολογία ανάμεσα σε όλες τις διαγωνιστικές κατηγορίες. Αυτή η διάκριση είχε ιδιαίτερη αξία για μένα, όχι μόνο λόγω του αποτελέσματος, αλλά και επειδή μου έδωσε επιπλέον αυτοπεποίθηση και επιβεβαίωσε ότι η συστηματική δουλειά των τελευταίων χρόνων άρχισε να βρίσκει έναν πιο ουσιαστικό χώρο έκφρασης.
Φυσικά, υπήρξαν και διαγωνισμοί στους οποίους το αποτέλεσμα δεν ήταν αυτό που θα ήθελα. Με τον καιρό όμως κατάλαβα ότι και αυτές οι εμπειρίες είναι απαραίτητες, γιατί σε αναγκάζουν να κοιτάξεις πιο ειλικρινά τη δουλειά σου και να εξελιχθείς ως μουσικός.
Πότε και που κάνατε την πρώτη σας δημόσια εμφάνιση;
Κατά πάσα πιθανότητα ήταν στη γειτονιά μου, στην Εστία Νέας Σμύρνης, αν και ήμουν πολύ μικρός για να τη θυμάμαι καθαρά.
Ωστόσο, ως μια ουσιαστική «πρώτη» εμφάνιση μετράω την πρώτη συναυλία που έδωσα μετά την περίοδο της καραντίνας. Η επιστροφή στην κανονικότητα μετά τον κορονοϊό συνέπεσε για μένα με τις Πανελλήνιες και στη συνέχεια με την πρώτη μου χρονιά στο Πολυτεχνείο, οπότε άργησα σχετικά να επιστρέψω στις δημόσιες εμφανίσεις. Η συμμετοχή μου στην 55η Θερινή Μουσική Ακαδημία του Grožnjan στην Κροατία μού έδωσε την ευκαιρία να εμφανιστώ για πρώτη φορά σε διεθνές περιβάλλον, μπροστά σε ένα κοινό που αποτελούνταν από διακεκριμένους καλλιτέχνες, καθηγητές υψηλού κύρους και ταλαντούχους νέους μουσικούς. Ήταν μια απαιτητική αλλά πολύ καθοριστική εμπειρία, γιατί με έβγαλε ξανά στη σκηνή σε μια περίοδο που προσπαθούσα να ξαναβρώ τον ρυθμό μου ως μουσικός. Το γεγονός ότι, μετά από εκείνη την εμφάνιση, έλαβα υποτροφία για να συμμετάσχω ξανά φέτος στην ακαδημία, αυτή τη φορά και με προσωπικό ρεσιτάλ, κάνει την εμπειρία ακόμη πιο σημαντική για μένα. Παράλληλα, μου θύμισε με πολύ άμεσο τρόπο ότι η μουσική μπορεί πράγματι να λειτουργήσει ως κοινή γλώσσα ανάμεσα σε ανθρώπους με διαφορετικές εμπειρίες, ηλικίες και διαδρομές.

Ποια από τις μέχρι σήμερα εμφανίσεις σας θα σας μείνει αξέχαστη;
Όσον αφορά το πιάνο, δεν θα μπορούσε να είναι άλλη από τη συναυλία που ανέφερα προηγουμένως, στο πλαίσιο της 55ης Θερινής Μουσικής Ακαδημίας του Grožnjan στην Κροατία.
Παράλληλα, όμως, η σκηνή υπήρχε στη ζωή μου και με έναν άλλο τρόπο, μέσα από τη συμμετοχή μου σε μεγάλες παραγωγές μουσικού θεάτρου, όπως το The Sound of Music στο Θέατρο Παλλάς, σε σκηνοθεσία Θέμιδας Μαρσέλλου, το Priscilla, Queen of the Desert στο Θέατρο Badminton, σε σκηνοθεσία Φωκά Ευαγγελινού, και το Nine στο Πάνθεον, σε σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα. Αυτές οι εμπειρίες με έμαθαν πολλά για την έννοια της παρουσίας πάνω στη σκηνή, για την πειθαρχία μιας μεγάλης παραγωγής και για το πώς ένας ερμηνευτής επικοινωνεί όχι μόνο με τον ήχο, αλλά και με το σώμα, τη συγκέντρωση και την ενέργειά του. Νομίζω ότι όλα αυτά είναι πολύτιμα και για έναν πιανίστα, γιατί ένα ρεσιτάλ δεν περιορίζεται στην τεχνική αρτιότητα· είναι και παρουσία, αφήγηση, επικοινωνία με το κοινό.
Ποιες οι προτιμήσεις σας στην επιλογή του ρεπερτορίου σας; Αγαπημένα έργα, συνθέτες… Ποιο ρεπερτόριο θεωρείτε ότι σας ταιριάζει περισσότερο;
Στην επιλογή του ρεπερτορίου μου προσπαθώ πάντα να σκέφτομαι και από τη θέση του ακροατή. Δεν με ενδιαφέρει μόνο η περίοδος ή το ύφος ενός έργου, αλλά και το αν μπορεί να δημιουργήσει μια ουσιαστική εμπειρία μέσα στη συναυλία. Αναζητώ έργα με κατεύθυνση και εξέλιξη, που μπορούν να κρατήσουν τον ακροατή ενεργό και να τον κάνουν να παρακολουθήσει αυτό που συμβαίνει στη μουσική, είτε ανήκουν στο κλασικό, είτε στο ρομαντικό, είτε στο σύγχρονο ρεπερτόριο.
Αυτό δεν σημαίνει, φυσικά, ότι δεν υπάρχουν περίοδοι ή συνθέτες που με απασχολούν περισσότερο σε διαφορετικές στιγμές. Αυτή την περίοδο, για παράδειγμα, από το ρομαντικό ρεπερτόριο με ενδιαφέρουν ιδιαίτερα τα Χρόνια Προσκυνήματος του Liszt, ένας κύκλος που συνδυάζει έντονη δεξιοτεχνία, ποιητικότητα και πολύ καθαρή αφηγηματική διάσταση. Τελικά, αυτό που αναζητώ είναι έργα που μπορούν να προκαλέσουν ενεργή ακρόαση, έργα που κάνουν τον ακροατή να παρακολουθεί, να αναρωτιέται και να συμμετέχει εσωτερικά σε αυτό που συμβαίνει στη σκηνή.
Ποιο μουσικό όνειρο θα θέλατε να πραγματοποιήσετε;
Το μουσικό όνειρο που θα ήθελα να πραγματοποιήσω είναι να μπορώ να ταξιδεύω μέσα από τη μουσική – και το εννοώ κυριολεκτικά. Να μου δίνει η μουσική την ευκαιρία να εμφανίζομαι σε διαφορετικές χώρες, σε διαφορετικούς χώρους και μπροστά σε κοινά με άλλες εμπειρίες και προσλαμβάνουσες. Μου αρέσει η ιδέα ότι κάθε τόπος μπορεί να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο βιώνεις και ερμηνεύεις ένα έργο· η αίθουσα, οι άνθρωποι, η ατμόσφαιρα, όλα επηρεάζουν τη μουσική στιγμή. Για μένα, ένα τέτοιο όνειρο δεν αφορά μόνο τις σημαντικές εμφανίσεις, αλλά κυρίως την εμπειρία του να εξελίσσεσαι μέσα από τα ταξίδια, τις συναντήσεις και την επικοινωνία που δημιουργεί η μουσική.
Ποιες δυσκολίες αντιμετωπίζει μία/ένας νέος μουσικός στην Ελλάδα και τον κόσμο σήμερα;
Ένας νέος μουσικός σήμερα αντιμετωπίζει αρκετά προβλήματα, τα περισσότερα εκ των οποίων μπορούν να συνοψιστούν σε μία λέξη: αβεβαιότητα. Αβεβαιότητα για το αν θα μπορέσει να ζήσει από την τέχνη, για το αν οι κόποι και οι θυσίες χρόνων θα βρουν τον τρόπο να ανταμειφθούν, για το αν θα υπάρξουν τελικά οι ευκαιρίες εξέλιξης που αναζητάει. Στην Ελλάδα οι δυνατότητες είναι συχνά περιορισμένες, ενώ στο εξωτερικό ο ανταγωνισμός είναι πολύ μεγάλος. Παράλληλα, ο νέος μουσικός δεν αρκεί να είναι ερμηνευτής, καλείται να γίνει μάνατζερ, υπεύθυνος επικοινωνίας, παραγωγός του εαυτού του και, πολλές φορές, χορηγός. Μέσα σε όλα αυτά, η μεγαλύτερη πρόκληση είναι να μάθει να διαχειρίζεται τη συνεχή κριτική, χωρίς να χάνει την πίστη του στην προσωπική του πορεία και στον τρόπο που εκφράζεται μέσα από τη μουσική.
Πως θα προτείνατε να προσεγγίσουμε τους νέους για να ασχοληθούν με την κλασική μουσική;
Νομίζω ότι στην Ελλάδα η κλασική μουσική πάσχει συχνά από αυτό που θα ονόμαζα “σύνδρομο της απογευματινής δραστηριότητας”. Δηλαδή αντιμετωπίζεται κυρίως ως κάτι που κάνει ένα παιδί μετά το σχολείο, όπως μια ξένη γλώσσα ή ένα άθλημα, και όχι ως μια ζωντανή μορφή τέχνης που μπορεί να συγκινήσει, να προβληματίσει και να αφορά πραγματικά έναν νέο άνθρωπο. Πολλοί έρχονται σε επαφή με τη μουσική μέσα από μαθήματα και εξετάσεις, αλλά όχι απαραίτητα μέσα από τη χαρά της ακρόασης, της συναυλίας και της προσωπικής ανακάλυψης. Αν θέλουμε να προσεγγίσουμε τους νέους, πρέπει να βγάλουμε την κλασική μουσική από αυτό το στενό πλαίσιο και να τη δείξουμε ως κάτι ζωντανό, ανθρώπινο και σημερινό.
Εκτός από την μουσική, ποιες είναι οι αγαπημένες ασχολίες;
Εκτός από τη μουσική, μεγάλο κομμάτι της καθημερινότητάς μου είναι οι σπουδές μου στο Πολυτεχνείο, στο Τμήμα Μηχανολόγων και Αεροναυπηγών Μηχανικών στην Πάτρα, όπου διανύω το τέταρτο έτος των σπουδών μου. Αν και εκ πρώτης όψεως μοιάζει με έναν αρκετά διαφορετικό κόσμο, νιώθω ότι με βοηθά να σκέφτομαι πιο καθαρά, πιο δομημένα και να βλέπω τα πράγματα από μια άλλη οπτική. Παράλληλα, προσπαθώ να καλλιεργώ ενδιαφέροντα και εμπειρίες έξω από το πιάνο: να διαβάζω, να ταξιδεύω όταν μπορώ, να γνωρίζω ανθρώπους με διαφορετικές διαδρομές και να κάνω συζητήσεις που με βγάζουν από τα δικά μου δεδομένα. Πιστεύω ότι για έναν μουσικό είναι πολύ σημαντικό να μην περιορίζεται μόνο στο όργανό του. Η μουσική δεν τρέφεται μόνο από τις ώρες μελέτης, αλλά και από τον τρόπο που ζεις, παρατηρείς, ακούς και αντιλαμβάνεσαι τον κόσμο γύρω σου. Τελικά, όσο περισσότερο καλλιεργείσαι ως άνθρωπος, τόσο περισσότερα έχεις να μεταφέρεις ως καλλιτέχνης.
Ποιοι οι στόχοι σας για το μέλλον;
Οι στόχοι μου για το μέλλον είναι πρώτα απ’ όλα να συνεχίσω να εξελίσσομαι ουσιαστικά ως μουσικός. Βραχυπρόθεσμα, θέλω να ολοκληρώσω τις σπουδές μου στο πιάνο με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και να προετοιμαστώ όσο πιο ώριμα γίνεται για τις επόμενες σημαντικές εμφανίσεις μου. Από εκεί και πέρα, θα ήθελα να συνεχίσω να δουλεύω με σημαντικούς μουσικούς, να έρχομαι σε επαφή με διαφορετικά ρεπερτόρια και να χτίζω σταδιακά μια πορεία με συνέπεια. Δεν σκέφτομαι όμως τους στόχους μου μόνο με όρους διακρίσεων ή μεγάλων σκηνών. Αυτό που με ενδιαφέρει περισσότερο είναι να μπορώ, μέσα από τη μουσική, να δημιουργώ μια αληθινή σύνδεση με το κοινό. Για μένα, αυτή η επικοινωνία είναι ίσως ένας από τους πιο ουσιαστικούς στόχους ενός μουσικού: να εξελίσσεται τεχνικά και καλλιτεχνικά, χωρίς να χάνει την ανθρώπινη επαφή που βρίσκεται στον πυρήνα της μουσικής.

